Με ιδιαίτερα φορτισμένη κατάθεση συνεχίστηκε η διαδικασία στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη, με τον αδελφό της χήρας του ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, Αθανάσιο Παπαθεοδώρου, να μεταφέρει όσα είδε και άκουσε από τη μοιραία ημέρα έως και την εμφάνιση των αυτόπτων μαρτύρων που κατήγγειλαν πιέσεις.
Ανεβαίνοντας στο βήμα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι ενημερώθηκε από την αδελφή του πως ο Σήφης Βαλυράκης αγνοούνταν και ότι βρέθηκε παρών στην ανεύρεση της σορού. «Ήταν πολύ χτυπημένος στο πρόσωπο και στο χέρι. Υπήρχαν κι άλλα πράγματα που δεν φαινόντουσαν λόγω της στολής. Ήταν χτυπημένος πολύ στο πρόσωπο, στη γνάθο και είχε ένα τεράστιο σφάξιμο στο λαιμό. Ήταν διαμελισμένος και το αίμα που έβγαλε από τα αυτιά ήταν επειδή βγήκε η κουκούλα», κατέθεσε.
Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι «ο Σήφης σκοτώθηκε από κάποια εντολή», συνδέοντας τη διαδρομή και την πολιτική πορεία του Βαλυράκη με την υπόθεση. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Στη νύχτα όταν δε θέλεις κάποιον τον εκτελείς. Στην πολιτική είναι ατύχημα. Εδώ είχαμε ατύχημα…», απαντώντας σε σχετική ερώτηση από την έδρα σχετικά με το πώς καταλήγει σε αυτό τον συσχετισμό.
Ο κ. Παπαθεοδώρου αναφέρθηκε και στη γνωριμία του με πρόσωπο που ήρθε σε επαφή με την οικογένεια, μέσω του οποίου βρέθηκαν οι αυτόπτες μάρτυρες. Όπως περιέγραψε, η συνάντηση έγινε την 1η Απριλίου 2021 στο λιμανάκι της Χαλκίδας: «Συστηθήκαμε και με πήγε στο καΐκι να γνωρίσω τον αυτόπτη μάρτυρα. Μου είπε ο αυτόπτης να μου πει τι πιστεύει ότι είχε συμβεί… Του είπα “να βρει στοιχεία και να μιλήσουμε”».
Σχολιάζοντας την αρχική επιφυλακτικότητα του μάρτυρα, σημείωσε ότι «φοβόταν να μιλήσει στην αρχή» και πως «του πήρε 15 μέρες μέχρι να το πάρει απόφαση».
Ο ίδιος εξήγησε ότι δεν γνώριζε από την αρχή πως μιλούσε με αυτόπτη μάρτυρα, καθώς πίστευε ότι επρόκειτο για άνθρωπο που έκανε έρευνα για την υπόθεση. Αργότερα ενημερώθηκε από τηλεοπτική εκπομπή ότι διαθέτουν αυτόπτη μάρτυρα, αναγνωρίζοντας τον ίδιο άνθρωπο στην οθόνη.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο αυτόπτης μάρτυρας δεν παραδέχθηκε αρχικά την ιδιότητά του στο λιμεναρχείο λόγω φόβου. «Μου είπε ότι “με πίεσαν, είχαν τον εισαγγελέα στο τηλέφωνο και μου έλεγαν πες τα τώρα όπως πρέπει γιατί οι άνθρωποι δεν θα κάνουν γιορτές”», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στην περιοχή υπήρχε κλίμα καχυποψίας και φήμες περί χρηματισμού μαρτύρων από την οικογένεια.


