Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι ό,τι ακριβώς είχε φανταστεί ο Βλάντιμιρ Πούτιν όταν ξεκινούσε την εισβολή του στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Δημόσια, Ρώσοι αξιωματούχοι αντέδρασαν με οργή, καταγγέλλοντας την επιχείρηση ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και ως επικίνδυνο προηγούμενο. Πίσω όμως από τη ρητορική, καταγράφεται ένα αίσθημα απρόθυμου σεβασμού, ακόμη και ζήλιας, για την αποτελεσματικότητα ενός πραξικοπήματος που η ίδια η Μόσχα είχε κάποτε οραματιστεί, αλλά δεν κατάφερε να υλοποιήσει, λόγω αλλεπάλληλων αποτυχιών των μυστικών υπηρεσιών και της σθεναρής αντίστασης της Ουκρανίας, αναφέρει ο Guardian.
«Η επιχείρηση εκτελέστηκε με επάρκεια», έγραψε το φιλοκυβερνητικό κανάλι στο Telegram Dva Mayora, το οποίο διατηρεί στενούς δεσμούς με τον ρωσικό στρατό.
«Πιθανότατα έτσι ακριβώς προοριζόταν να εξελιχθεί και η δική μας “ειδική στρατιωτική επιχείρηση”. Γρήγορα, θεαματικά και αποφασιστικά. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο Βαλέρι Γκερασίμοφ σχεδίαζε να πολεμά επί τέσσερα χρόνια», πρόσθεσε, αναφερόμενο στον αρχηγό του γενικού επιτελείου της Ρωσίας.
Τέτοιου είδους σχόλια έχουν τροφοδοτήσει κλίμα εσωτερικού προβληματισμού στους φιλοπολεμικούς κύκλους, με ορισμένους να θέτουν ανοιχτά το ερώτημα πώς το υποσχόμενο αστραπιαίο χτύπημα στην Ουκρανία μετατράπηκε σε έναν μακροχρόνιο και αιματηρό πόλεμο.
Η Όλγα Ουσκόβα, επιχειρηματίας στον τομέα της τεχνολογίας και υποστηρίκτρια του Κρεμλίνου, δήλωσε ότι αισθάνθηκε «ντροπή» εκ μέρους της Ρωσίας μπροστά στην απροκάλυπτη, όπως τη χαρακτήρισε, αμερικανική επέμβαση.
«Μέσα σε μία ημέρα, ο Τραμπ συνέλαβε τον Μαδούρο και, απ’ ό,τι φαίνεται, ολοκλήρωσε τη δική του “ειδική στρατιωτική επιχείρηση”», έγραψε. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Μαργαρίτα Σιμονιάν, επικεφαλής του RT και κεντρική μορφή της ρωσικής προπαγάνδας, η οποία σχολίασε στο Telegram ότι η Μόσχα έχει λόγους «να ζηλεύει».
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, η Βενεζουέλα επιδίωκε να οικοδομήσει ένα δίκτυο αντιαμερικανικών συμμάχων, από τη Ρωσία και την Κίνα έως την Κούβα και το Ιράν, με στόχο τη διαμόρφωση ενός νέου άξονα ικανού να αντισταθεί στην Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, παρά τις διαβεβαιώσεις στήριξης προς το καθεστώς Μαδούρο από τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών ακόμη και στα τέλη Δεκεμβρίου, ελάχιστοι σοβαροί αναλυτές περίμεναν ότι η Μόσχα θα έσπευδε ουσιαστικά σε βοήθεια.
Βυθισμένη στον πόλεμο της Ουκρανίας, η Ρωσία έχει τον τελευταίο χρόνο δει και άλλους βασικούς συμμάχους της να αποδυναμώνονται ή να χάνουν την εξουσία, από τον Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία έως ένα ολοένα και πιο ευάλωτο Ιράν, αποκαλύπτοντας τα όρια της επιρροής του Κρεμλίνου.
«Άβολη η κατάσταση για τον Πούτιν»
«Για τη Ρωσία, η κατάσταση είναι εξαιρετικά άβολη», δήλωσε ο Φιόντορ Λουκιάνοφ, ειδικός στην εξωτερική πολιτική και σύμβουλος του Κρεμλίνου. «Η Βενεζουέλα είναι στενός εταίρος και ιδεολογικός σύμμαχος, ενώ ο Μαδούρο και ο Πούτιν διατηρούν μακροχρόνιους δεσμούς, γεγονός που αφήνει στη Μόσχα ελάχιστα περιθώρια πέρα από την έκφραση οργής για τις αμερικανικές ενέργειες. Ωστόσο, η παροχή οποιασδήποτε ουσιαστικής βοήθειας σε μια τόσο μακρινή χώρα, που λειτουργεί σε εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό πλαίσιο, δεν είναι ρεαλιστική, για τεχνικούς και υλικοτεχνικούς λόγους».
Υπάρχει όμως και ένας πιο πρακτικός υπολογισμός.
Σύμφωνα με αναλυτές, η απόλυτη προτεραιότητα του Πούτιν είναι η Ουκρανία, ενώ η διατήρηση μιας καλής σχέσης με τον Τραμπ στο συγκεκριμένο μέτωπο υπερισχύει κατά πολύ της τύχης του Καράκας. Παρά τις διακηρύξεις στήριξης προς τον Μαδούρο, το Κρεμλίνο δεν έδειξε διάθεση να ρισκάρει τη σύγκρουση με τον Τραμπ για ένα τόσο απομακρυσμένο πεδίο.
«Ο Πούτιν και ο Τραμπ είναι αυτή τη στιγμή προσηλωμένοι σε ένα πολύ πιο κρίσιμο ζήτημα για τη Μόσχα, την Ουκρανία. Και παρά τη συμπάθεια του Κρεμλίνου προς το Καράκας, είναι απίθανο να ανατρέψει ένα πολύ ευρύτερο στρατηγικό παιχνίδι με έναν καθοριστικό συνομιλητή, για κάτι που θεωρεί δευτερεύον», σημείωσε ο Λουκιάνοφ.
Απώλεια για τη Ρωσία η Βενεζουέλα
Παρόλα αυτά, η απώλεια της Βενεζουέλας συνεπάγεται συγκεκριμένο κόστος για τη Ρωσία. Σε περίπτωση που αναδειχθεί στο Καράκας μια κυβέρνηση φιλική προς τις ΗΠΑ, Αμερικανοί στρατιωτικοί και ειδικοί άμυνας θα μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε μεγάλο μέρος του οπλοστασίου των ενόπλων δυνάμεων της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένων προηγμένων ρωσικών συστημάτων που παραδόθηκαν την τελευταία δεκαετία.
Σε αυτά περιλαμβάνονται τα αντιαεροπορικά συστήματα S 300VM που παραδόθηκαν το 2013, καθώς και άγνωστος αριθμός συστημάτων Pantsir και Buk M2, τα οποία μεταφέρθηκαν στα τέλη του 2025.
Παράλληλα, η Μόσχα έχει χορηγήσει στη Βενεζουέλα δάνεια ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεγάλο μέρος των οποίων θεωρείται πλέον απίθανο να ανακτηθεί.
Ακόμη πιο άμεση ανησυχία για το Κρεμλίνο αποτελεί το πετρέλαιο. Η πρόσβαση των ΗΠΑ στα τεράστια αποθέματα της Βενεζουέλας θα μπορούσε να πιέσει τις διεθνείς τιμές προς τα κάτω, απειλώντας μία από τις βασικότερες πηγές εσόδων της Ρωσίας.
«Αν οι Αμερικανοί “εταίροι” μας αποκτήσουν πρόσβαση στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας, πάνω από το μισό των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου θα περάσει υπό τον έλεγχό τους», έγραψε στο Telegram ο Ρώσος δισεκατομμυριούχος βιομήχανος Όλεγκ Ντεριπάσκα. «Και φαίνεται ότι το σχέδιό τους θα είναι να διασφαλίσουν πως η τιμή του πετρελαίου μας δεν θα ξεπεράσει τα 50 δολάρια το βαρέλι».
Παρά ταύτα, ορισμένοι στη Μόσχα διακρίνουν περιθώρια για μια ζοφερή μορφή αισιοδοξίας. Η απαγωγή του Μαδούρο από τον Τραμπ, υποστηρίζουν, ενδέχεται να αποτελέσει το τελικό πλήγμα στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες και να επιταχύνει τη μετάβαση σε έναν κόσμο που θυμίζει περισσότερο τον 19ο αιώνα, όπου την έκβαση καθορίζει η ισχύς και όχι το δίκαιο, και όπου ο πλανήτης διαιρείται σε ανταγωνιστικές σφαίρες επιρροής, ένα μοντέλο που η Ρωσία εδώ και χρόνια υποστηρίζει.
«Η ομάδα Τραμπ είναι σκληρή και κυνική στην προώθηση των συμφερόντων της χώρας της», έγραψε με εμφανή επιδοκιμασία ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας και από τους πιο σκληροπυρηνικούς αξιωματούχους, Ντμίτρι Μεντβέντεφ. «Η απομάκρυνση του Μαδούρο δεν είχε καμία σχέση με τα ναρκωτικά. Αφορούσε μόνο το πετρέλαιο, και το παραδέχονται ανοιχτά. Ο νόμος του ισχυρότερου αποδεικνύεται ξεκάθαρα πιο δυνατός από τη συνηθισμένη δικαιοσύνη».


