Η πρώτη πλήρης εβδομάδα του 2026 αποδείχθηκε καθοριστική για τη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να κλιμακώνει την επιθετική του στρατηγική τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο, δείχνοντας αποφασισμένος να εδραιώσει την εξουσία του χωρίς συμβιβασμούς.
Ο Τραμπ προχώρησε στην ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, δηλώνοντας την πρόθεσή του να έχει προσωπικό έλεγχο στα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας, στο πλαίσιο ενός σχεδίου κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο. Παράλληλα, επανέφερε απαιτήσεις για την απόκτηση της Γροιλανδίας, σε μια κίνηση που θυμίζει ανοιχτά ιμπεριαλιστικές πρακτικές. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κυβέρνηση επιμένει στη σκληρή γραμμή απέναντι στους μετανάστες χωρίς χαρτιά, ακόμη και μετά τον θάνατο της Ρενέ Γκουντ στη Μινεσότα από πυρά πράκτορα της ICE, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονη κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση.
Νέα αναταραχή προκάλεσε και η αποκάλυψη του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ, ότι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς διερευνούν υπόθεση που αφορά την ανακαίνιση των κεντρικών γραφείων της Fed. Ο Πάουελ άφησε σαφείς αιχμές ότι στοχοποιείται επειδή αρνείται να υποκύψει στις πιέσεις του Τραμπ για δραστικές μειώσεις επιτοκίων, κάνοντας λόγο για πολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης. Το μήνυμα προς τον διάδοχό του είναι σαφές: η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας δεν είναι πλέον δεδομένη.
Βενεζουέλα, Γροιλανδία και η επιστροφή της ωμής γεωπολιτικής
Στο διεθνές μέτωπο, ο Λευκός Οίκος εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν, μετά τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων από το καθεστώς Χαμενεΐ, παρά τις προειδοποιήσεις του Τραμπ. Το ερώτημα που απασχολεί την αμερικανική ηγεσία είναι αν μια αμερικανική παρέμβαση θα μπορούσε να επιταχύνει την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ή αν, αντίθετα, θα ενίσχυε την καταστολή και θα οδηγούσε σε αιματηρή κλιμάκωση, με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιοχή, τις αμερικανικές βάσεις και το Ισραήλ. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, σε περίπτωση πτώσης του καθεστώτος, το Ιράν να οδηγηθεί είτε σε εμφύλιο πόλεμο είτε σε ένα νέο αυταρχικό καθεστώς, προκαλώντας ευρύτερη αποσταθεροποίηση.
Αντιδράσεις στο εσωτερικό
Την ίδια ώρα, οι στρατιωτικές αντοχές των ΗΠΑ δοκιμάζονται. Το Πολεμικό Ναυτικό διατηρεί ήδη ισχυρή παρουσία στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, ενώ ενδεχόμενες επιθέσεις στο Ιράν θα άνοιγαν ένα ακόμη, ιδιαίτερα επικίνδυνο μέτωπο. Στο εσωτερικό, ο Τραμπ καλείται να διαχειριστεί και το πολιτικό κόστος, καθώς βουλευτές, ακόμη και από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, εκφράζουν ανησυχίες για την υπέρβαση των πολεμικών εξουσιών και για ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, όπως η λήξη ενισχυμένων επιδοτήσεων υγείας.
Η στρατηγική του Τραμπ δείχνει να στοχεύει στη ρήξη με ό,τι θεωρεί «κληρονομιά του κατεστημένου» μετά το 2021. Από την κατάργηση πολιτικών διαφορετικότητας σε πανεπιστήμια και επιχειρήσεις, έως τον δραστικό περιορισμό τόσο της παράνομης όσο και της νόμιμης μετανάστευσης, ο πρόεδρος δηλώνει ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στο περιστατικό της Μινεσότα επιβεβαιώνει αυτή τη γραμμή, με αντικρουόμενες δηλώσεις μεταξύ ομοσπονδιακών αξιωματούχων και τοπικών αρχών να αποτυπώνουν το βάθος της κρίσης.
Στο εξωτερικό, η νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας σηματοδοτεί μια επιδίωξη αμερικανικής κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο. Ο έλεγχος της Βενεζουέλας και των ενεργειακών της πόρων, αλλά και η απαίτηση για τη Γροιλανδία, απειλούν να κλονίσουν ακόμη και το ΝΑΤΟ, καθώς εισάγουν την ιδέα σύγκρουσης μεταξύ συμμάχων. Στενοί συνεργάτες του Τραμπ μιλούν ανοιχτά για ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται αποκλειστικά στη δύναμη, σηματοδοτώντας την πρόθεση να τερματιστεί η μεταπολεμική παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Έχει πετύχει ο Τραμπ;
Όπως αναφέρει το CNN, παρά τους κινδύνους, η δεύτερη θητεία Τραμπ μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη με βάση τα δικά του κριτήρια. Έχει περιορίσει τις μεταναστευτικές ροές, πιέζει τις Δημοκρατικές Πολιτείες, επιβάλλει την πολιτισμική του ατζέντα σε θεσμούς και συγκρούεται ανοιχτά με τα μέσα ενημέρωσης, διατηρώντας τη στήριξη της εκλογικής του βάσης. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό, μέχρι στιγμής, δεν έχουν εξελιχθεί σε μακροχρόνιους πολέμους, κάτι που ικανοποιεί τους υποστηρικτές του.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει. Μήπως ο Τραμπ ωθεί τις ΗΠΑ και τον κόσμο στα όριά τους; Η κλιμάκωση της βίας στο εσωτερικό, η αυξανόμενη ανοχή στο ρίσκο στρατιωτικών επιχειρήσεων και η επιστροφή σε λογικές ισχύος και αποικιοκρατίας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες συνθήκες συχνά οδηγούν σε μεγάλες συγκρούσεις, τις οποίες το μεταπολεμικό σύστημα επιδίωξε να αποτρέψει.
Η επιθετική εκκίνηση του 2026 ίσως απομάκρυνε προσωρινά την εικόνα ενός αποδυναμωμένου προέδρου. Το τίμημα, όμως, μπορεί να αποδειχθεί βαρύ. Και όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αποχωρήσει τελικά από το Οβάλ Γραφείο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο κόσμος ενδέχεται να είναι αγνώριστοι.


