Στην ενίσχυση του αντιμεταναστευτικού – αντιπροσφυγικού νομικού οπλοστασίου της προχώρησε η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το ευρωκοινοβούλιο να υπερψηφίζει, την Πέμπτη (26/3) το νομοσχέδιο που επιτρέπει στα κράτη – μέλη να κατασκευάζουν κέντρα απέλασης εκτός ΕΕ.
Ο νόμος, πλέον, ανάβει το «πράσινο φως» στην Κομισιόν για συνομιλίες ακόμη και με μη αναγνωρισμένες οντότητες τρίτων χωρών για την κατασκευή των κέντρων, ενώ επιβάλλει απαγορεύσεις εισόδου σε επαναπατριζόμενους μετανάστες.
Ουσιαστικά, όπως σχολιάζει το Euronews, η έγκριση, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του νόμου που αποσκοπεί στην επιτάχυνση της επιστροφής μεταναστών σε μεγαλύτερους αριθμούς, μέσω της κατασκευής κέντρων απέλασης εκτός ΕΕ, παράλληλα με αυστηρότερους κανόνες, αντικατοπτρίζουν την μετατόπιση των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ευρώπης προς τα δεξιά.
Ο νόμος θα αυξήσει επίσης την περίοδο νόμιμης κράτησης σε έως και δύο χρόνια και θα επιβάλει πρακτικά απεριόριστες απαγορεύσεις εισόδου στην ΕΕ στους επαναπατριζόμενους.
Ο «κανονισμός περί επιστροφής» θεωρείται κρίσιμος για την αύξηση του ποσοστού επιστροφής ατόμων που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ και θεωρείται ο ακρογωνιαίος λίθος μιας νέας ευρωπαϊκής προσπάθειας για την καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης.
Τα βασικά σημεία του νόμου
Ο νόμος επιτρέπει στις χώρες της ΕΕ να επιστρέφουν παράτυπους μετανάστες σε τρίτες χώρες, άσχετες με τις χώρες προέλευσή τους, εφόσον έχουν συνάψει διμερείς συμφωνίες με κράτος εκτός ΕΕ για την κατασκευή κέντρων που ονομάζονται «κόμβοι επιστροφής» στην επικράτειά του.
Το νομοσχέδιο υποστηρίχθηκε από 389 ευρωβουλευτές, με 206 βουλευτές να ψηφίζουν κατά, ενώ υπήρχαν και 32 αποχές.
Μετά την ψηφοφορία, ένα μεγάλο μέρος της αίθουσας του ευρωκοινοβουλίου ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές.
Η τελική εκδοχή του νόμου θα συζητηθεί τώρα μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών – μελών της ΕΕ.
Η διαπραγμάτευση αναμένεται να είναι ομαλή, καθώς δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων.
Τόσο οι ευρωβουλευτές όσο και οι χώρες της ΕΕ θέλουν να συμπεριλάβουν στις απελάσεις σε τρίτες χώρες οικογένειες με παιδιά, εξαιρώντας από τη διάταξη μόνο τους ασυνόδευτους ανηλίκους.
Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στοχεύουν επίσης στην αλλαγή του αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος των εφέσεων, οι οποίες, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, αναστέλλουν οποιαδήποτε απέλαση μετανάστη μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Το κείμενο που εγκρίθηκε επιδιώκει να παραπέμψει την απόφαση αυτή στις δικαστικές αρχές κατά περίπτωση.
Η εκδοχή του Κοινοβουλίου πρόσθεσε μια διάταξη που επιτρέπει συνομιλίες με «μη αναγνωρισμένες οντότητες τρίτων χωρών» για σκοπούς επανεισδοχής, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνεργασία με μη δημοκρατικά καθεστώτα για την επιστροφή ανθρώπων.
«Το κείμενο που εγκρίθηκε δίνει το πράσινο φως στη συνεργασία με τους Ταλιμπάν για να καταστεί δυνατή η αναγκαστική επιστροφή Αφγανών υπηκόων. Πρόκειται για πλήρη αποκήρυξη των αξιών της ΕΕ», δήλωσε στο Euronews η ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Μελίσα Καμάρα.
Το Κοινοβούλιο συμπεριέλαβε επίσης μια μόνιμη απαγόρευση εισόδου για άτομα που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και προώθησε μια απεριόριστη μέγιστη διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου που επιβάλλεται στους επαναπατριζόμενους μετανάστες, την οποία τα κράτη μέλη είχαν ορίσει σε 20 χρόνια.
Σε άλλες πτυχές του νόμου, το κείμενο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φαίνεται να είναι λιγότερο αυστηρό από αυτό του Συμβουλίου. Για παράδειγμα, η μέγιστη περίοδος κράτησης για τους μετανάστες που περιμένουν την επιστροφή τους θα πρέπει να είναι 24 μήνες αντί για τους 30 που προτείνουν τα κράτη – μέλη.
Το Κοινοβούλιο αφαίρεσε επίσης μια διάταξη που επέτρεπε στις αρχές να ερευνούν τον τόπο διαμονής ή «άλλους σχετικούς χώρους» όπου μπορεί να βρεθεί ένας υπήκοος τρίτης χώρας που έλαβε εντολή απέλασης. Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε εφόδους παρόμοιες με εκείνες που διεξάγει η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE), σύμφωνα με ΜΚΟ και την κοινωνία των πολιτών.
Το ΕΛΚ συνεργάζεται ξανά με την ακροδεξιά για το μεταναστευτικό
Στην ψηφοφορία, οι συντηρητικοί του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) συμμάχησαν με ακροδεξιές ομάδες για να ολοκληρώσουν την ψηφοφορία, παρά τις προηγούμενες αντιδράσεις για τη συνεργασία τους στη σύνταξη του νομοσχεδίου σε επίπεδο επιτροπής μέσω μυστικής συνομιλίας στο WhatsApp.
Μόνο μια χούφτα ευρωβουλευτών του ΕΛΚ από το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, την Ιρλανδία και τη Φινλανδία τάχθηκαν κατά του νομοσχεδίου ή απείχαν.
«Θα επιβάλουμε μια απλή αρχή: όποιος έρχεται παράνομα στην Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει», έγραψε στο X ο Γάλλος ευρωβουλευτής του ΕΛΚ, Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελάμι, ο οποίος συνέταξε το κείμενο που εγκρίθηκε στο ημικύκλιο.
Αριστερές ομάδες ψήφισαν κατά του νόμου, εκφράζοντας ανησυχίες σχετικά με τη συμβατότητά του με τα θεμελιώδη δικαιώματα. «Δεν πρόκειται πλέον για την επιστροφή ανθρώπων, αλλά για την αποστολή τους ουσιαστικά σε οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο, ίσως σε μια χώρα που δεν έχουν ξαναδεί», δήλωσε η ευρωβουλευτής Σεσίλια Στράντα από τους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες (S&D).
Ωστόσο, οι Δανοί, οι Μαλτέζοι και οι Λετονοί νομοθέτες των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών ψήφισαν υπέρ του νόμου, σύμφωνα με τις πολιτικές των κυβερνήσεών τους για τη μετανάστευση, όπως και οι Σκανδιναβοί και Γερμανοί ευρωβουλευτές της ομάδας Renew Europe.
«Σαμπάνιες» ανοίγει η Μελόνι
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, σε ανάρτησή της στο διαδίκτυο αναφέρθηκε στην σημερινή ψηφοφορία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία εγκρίθηκε η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πιο αναλυτικά, η Μελόνι στην ανάρτησή της στο Facebook υπογράμμισε:
«To Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έδωσε το “ελεύθερο” στους νέους κανόνες για τους επαναπατρισμούς: η Ευρώπη ακολουθεί, επιτέλους, την σωστή κατεύθυνση, βάσει μιας γραμμής την οποία η Ιταλία στήριξε δυναμικά. Με τους κόμβους επιστροφών αυξάνονται οι δυνατότητες εντοπισμού ενός έθνους επαναπατρισμού για τους παράτυπους μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων όχι μόνον των χωρών καταγωγής, αλλά και των τρίτων χωρών. Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα ώστε να γίνουν πιο αποτελεσματικοί οι επαναπατρισμοί, να ενισχυθεί ο έλεγχος των συνόρων και για να παρασχεθεί στην Ευρώπη μια μεταναστευτική πολιτική, επιτέλους πιο αξιόπιστη».


