Η Βενεζουέλα μετρά τις πληγές της μετά τους δύο ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν τη χώρα, αφήνοντας πίσω τους περισσότερους από 1.400 νεκρούς, πάνω από 50.000 αγνοούμενους και τουλάχιστον 250 κτίρια που κατέρρευσαν ολοσχερώς. Την ώρα που τα σωστικά συνεργεία συνεχίζουν την αναζήτηση εγκλωβισμένων κάτω από τα ερείπια, το ερώτημα που κυριαρχεί είναι γιατί η καταστροφή πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις.
Ο Ραφαέλε Ντε Ρίζι, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Μηχανικής στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, εξηγεί σε συνέντευξή του στο The Conversation ότι η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε έναν συνδυασμό αιτιών που λειτούργησαν ταυτόχρονα.
Γιατί κατέρρευσαν τόσα κτίρια
Όπως επισημαίνει ο ειδικός, η Βενεζουέλα βρίσκεται σε μία από τις πλέον σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη, κάτι που αποτυπώνεται και στους διεθνείς χάρτες σεισμικής επικινδυνότητας.
Ωστόσο, ο μεγάλος αριθμός των κτιρίων που κατέρρευσαν δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ένταση των σεισμών. Ρόλο έπαιξαν η ηλικία των κατασκευών, ο τρόπος που είχαν ανεγερθεί, η κατάσταση συντήρησής τους, οι τοπικές γεωλογικές συνθήκες που ενίσχυσαν τη σεισμική δόνηση, αλλά και η μικρή απόσταση πολλών κτιρίων από τα επίκεντρα.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και το μικρό εστιακό βάθος των δύο σεισμών, ειδικά του ισχυρότερου, καθώς όσο πιο κοντά στην επιφάνεια εκδηλώνεται ένας σεισμός τόσο μεγαλύτερες είναι συνήθως οι καταστροφικές συνέπειες.
Ο ρόλος των αντισεισμικών κανονισμών
Σύμφωνα με τον Ντε Ρίζι, οι σύγχρονοι αντισεισμικοί κανονισμοί αποτελούν το σημαντικότερο μέσο προστασίας για τα νέα κτίρια. Όπως διευκρινίζει, όμως, η ύπαρξη ενός κανονισμού από μόνη της δεν αρκεί.
Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την αυστηρή εφαρμογή του κατά την κατασκευή, αλλά και από τους ποιοτικούς ελέγχους που πραγματοποιούνται σε όλα τα στάδια του έργου.
Παράλληλα, μεγάλο μέρος των κτιρίων σε πολλές χώρες έχει κατασκευαστεί πριν από τη θέσπιση των σημερινών αντισεισμικών προδιαγραφών, οι οποίες εξελίσσονται συνεχώς με βάση τα επιστημονικά δεδομένα και την εμπειρία από μεγάλους σεισμούς.
Για τον λόγο αυτό, η αντισεισμική ενίσχυση των παλαιότερων κατασκευών θεωρείται απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κρίσιμες υποδομές, όπως νοσοκομεία ή ενεργειακές εγκαταστάσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν τεχνολογίες, όπως η σεισμική μόνωση της βάσης, ώστε τα κτίρια όχι μόνο να παραμείνουν όρθια αλλά και να συνεχίσουν να λειτουργούν μετά από έναν ισχυρό σεισμό.
Πώς μπορεί να ενισχυθεί ένα παλιό κτίριο
Οι διαθέσιμες τεχνικές αντισεισμικής ενίσχυσης διαφέρουν ανάλογα με το είδος της κατασκευής, είτε πρόκειται για οπλισμένο σκυρόδεμα, χάλυβα είτε για λιθοδομή.
Σε γενικές γραμμές, οι παρεμβάσεις είτε αυξάνουν την αντοχή και την ακαμψία του κτιρίου είτε μειώνουν τις δυνάμεις που δέχεται κατά τη διάρκεια ενός σεισμού, μέσω συστημάτων σεισμικής μόνωσης ή ειδικών μηχανισμών απόσβεσης της σεισμικής ενέργειας.
Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι πριν από οποιαδήποτε επέμβαση είναι απαραίτητη η λεπτομερής τεχνική αξιολόγηση κάθε κτιρίου. Μέσα από ελέγχους, δοκιμές υλικών και εξειδικευμένα μοντέλα, οι μηχανικοί μπορούν να εντοπίσουν τις πραγματικές αδυναμίες της κατασκευής και να σχεδιάσουν στοχευμένες λύσεις.
Τι είναι η κατάρρευση τύπου «pancake»
Ανάμεσα στις εικόνες που κυριάρχησαν μετά τους σεισμούς ήταν πολλές καταρρεύσεις τύπου «pancake», όπου οι όροφοι ενός κτιρίου πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον.
Όπως εξηγεί ο Ντε Ρίζι, αυτό συμβαίνει όταν αστοχούν οι κολόνες που στηρίζουν το βάρος της κατασκευής. Στα παλαιότερα κτίρια οι κολόνες συχνά δεν είχαν σχεδιαστεί ώστε να παραμορφώνονται και να απορροφούν τη σεισμική ενέργεια, με αποτέλεσμα να σπάνε απότομα. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη όταν το ισόγειο είναι πιο αδύναμο ή περισσότερο ανοιχτό από τους υπόλοιπους ορόφους.
Για την αποφυγή τέτοιων καταρρεύσεων, οι σύγχρονοι αντισεισμικοί κανονισμοί βασίζονται στη μέθοδο του «capacity design». Με αυτήν, οι βλάβες προβλέπεται να εμφανιστούν κυρίως στις δοκούς, ενώ οι κολόνες, οι κόμβοι και τα θεμέλια σχεδιάζονται ώστε να παραμένουν ισχυρά. Έτσι, το κτίριο μπορεί να ταλαντωθεί, να απορροφήσει την ενέργεια του σεισμού και να προστατεύσει τους ανθρώπους που βρίσκονται στο εσωτερικό του.
Γιατί κατεδαφίζονται κτίρια που παραμένουν όρθια
Ο ειδικός επισημαίνει ότι ο βασικός στόχος της αντισεισμικής μηχανικής δεν είναι να μείνουν τα κτίρια χωρίς ζημιές, αλλά να προστατευθούν οι ανθρώπινες ζωές.
Ένα κτίριο μπορεί να έχει εκπληρώσει τον σκοπό του ακόμη κι αν έχει υποστεί σοβαρές βλάβες, αρκεί να μην καταρρεύσει και να επιτρέψει την ασφαλή εκκένωσή του.
Μετά από έναν μεγάλο σεισμό ακολουθούν δύο στάδια ελέγχων. Αρχικά πραγματοποιούνται ταχείες αυτοψίες, ώστε τα κτίρια να χαρακτηριστούν ασφαλή, περιορισμένης χρήσης ή επικίνδυνα. Ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως «μη ασφαλούς» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα κατεδαφιστεί, αλλά ότι απαιτείται λεπτομερής τεχνική αξιολόγηση.
Στη δεύτερη φάση εξετάζεται αν το κτίριο μπορεί να επισκευαστεί ή αν η κατεδάφιση αποτελεί τη μοναδική ασφαλή και οικονομικά βιώσιμη λύση. Η απόφαση εξαρτάται από την έκταση των ζημιών, την αντοχή της κατασκευής, το αν έχει αποκτήσει μόνιμη κλίση, αλλά και από τη σύγκριση του κόστους επισκευής με αυτό μιας νέας ανέγερσης.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, οι μαζικές κατεδαφίσεις μετά από έναν ισχυρό σεισμό, όπως είχε συμβεί και στο Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας το 2011, δεν αποτελούν αποτυχία του αντισεισμικού σχεδιασμού. Αντίθετα, αποδεικνύουν ότι οι κατασκευές λειτούργησαν όπως είχαν σχεδιαστεί, απορροφώντας την ενέργεια του σεισμού και προστατεύοντας, πάνω απ’ όλα, τις ανθρώπινες ζωές.


