Η Ουάσινγκτον προχωρά σε ραγδαία υποβάθμιση των κοινών στρατιωτικών γυμνασίων με τη Σεούλ. Όπως έκανε γνωστό ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες «θα μειώσουν ουσιαστικά» τις κοινές ασκήσεις τους, μια κίνηση που δικαιολόγησε κάνοντας αναφορά στην «πολύ καλή σχέση» που διατηρεί με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν.
Παράλληλα, μέσα από ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι η Νότια Κορέα πρόσφατα αρνήθηκε να ακολουθήσει τις ΗΠΑ στην προσπάθεια για την «αποπυρηνικοποίηση» του Ιράν.
«Αυτές οι ασκήσεις δεν είναι μόνο δαπανηρές, με το μεγαλύτερο μέρος του κόστους να καλύπτεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (όπως συνήθως!), αλλά στέλνουν ένα σήμα που είναι εντελώς ακατάλληλο και εχθρικό», έγραψε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.
Από την πλευρά της, η Σεούλ ξεκαθάρισε ότι οι στρατιωτικές δραστηριότητες με τις ΗΠΑ θα διεξαχθούν «όπως έχει προγραμματιστεί». Η Πιονγκγιάνγκ, μέχρι στιγμής, τηρεί σιγή ιχθύος, αν και η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η Βόρεια Κορέα πραγματοποίησε δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα, παραβιάζοντας τις απαγορεύσεις των Ηνωμένων Εθνών.
Σύμφωνα με την κυριακάτικη ανάρτησή του, ο Αμερικανός ηγέτης παραδέχτηκε ότι ήταν «πολύ αργά για να ακυρωθούν», καθώς η έναρξη των ετήσιων κοινών ασκήσεων είχε προγραμματιστεί για τη Δευτέρα.
Προσέθεσε, μάλιστα, το εξής: «Αν και κάπως άσχετο (;), ρώτησα πρόσφατα τον Πρόεδρο της Νότιας Κορέας αν θα ήθελαν να ενωθούν μαζί μας στην Αποπυρηνικοποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, και μου απάντησαν ‘Όχι ευχαριστώ!’».
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση έλαβε χώρα λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο αφότου ο πρόεδρος των ΗΠΑ δημοσίευσε μια παλιά φωτογραφία του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν από το 2019, σημειώνοντας πως οι δυο τους παραμένουν σπουδαίοι φίλοι «παρά το μη φιλικό βλέμμα σε αυτή τη συγκεκριμένη φωτογραφία».
Το παρασκήνιο των ασκήσεων και η στάση της Πιονγκγιάνγκ
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η στρατιωτική ηγεσία τόσο των ΗΠΑ όσο και της Νότιας Κορέας είχε παραχωρήσει κοινή συνέντευξη Τύπου, ανακοινώνοντας την άσκηση Ούλτσι Φρίντομ Σιλντ. Οι αξιωματούχοι είχαν αναφέρει ότι η ενδεκαήμερη δραστηριότητα θα κινούνταν στα ίδια μεγέθη με τα προηγούμενα χρόνια, περιλαμβάνοντας τη συμμετοχή περίπου 18.000 Νοτιοκορεατών στρατιωτών.
Κατά τη διάρκεια των ανακοινώσεων, οι επιτελείς έκαναν εκτενή αναφορά στην ανάπτυξη βορειοκορεατικών στρατευμάτων για την ενίσχυση του ρωσικού πολέμου εναντίον της Ουκρανίας.
Ο εκπρόσωπος του αμερικανικού στρατού, Ράιαν Ντόναλντ, δήλωσε πως «η εκπαίδευσή μας λαμβάνει υπόψη αυτή την απειλή», υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο από τους Βορειοκορεάτες στρατιώτες που επιστρέφουν από το πεδίο της μάχης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Νότια Κορέα σταθμεύουν περίπου 28.500 στελέχη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Εν τω μεταξύ, την Παρασκευή, το υπουργείο Εξωτερικών της Βόρειας Κορέας καταδίκασε τα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια, χαρακτηρίζοντάς τα ως «πρόβα για έναν επιθετικό πόλεμο».
Οι ασκήσεις διεξάγονται μόλις λίγες ημέρες μετά τον εντοπισμό της δεύτερης βορειοκορεατικής πυραυλικής δοκιμής από τη Νότια Κορέα, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.
Η Πιονγκγιάνγκ έχει επιταχύνει θεαματικά τις προσπάθειες επέκτασης των πυρηνικών και πυραυλικών της προγραμμάτων από το 2019, όταν και κατέρρευσαν οι διπλωματικές προσπάθειες υψηλού προφίλ του Κιμ Γιονγκ Ουν με τον Ντόναλντ Τραμπ, κατά την πρώτη θητεία του τελευταίου στον Λευκό Οίκο.
Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ είχε γράψει ιστορία πριν από επτά χρόνια, αποτελώντας τον πρώτο εν ενεργεία πρόεδρο των ΗΠΑ που πάτησε το πόδι του σε έδαφος της Βόρειας Κορέας.
Μικτά μηνύματα και η δυσαρέσκεια για τις συμμαχίες
Για τη Σεούλ, οι τελευταίες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου συνιστούν ένα εξαιρετικά μικτό μήνυμα. Από τη μία πλευρά, η νοτιοκορεατική ηγεσία ζητούσε σταθερά από τον Τραμπ να αναλάβει πρωτοβουλίες προσέγγισης με την Πιονγκγιάνγκ, συνεπώς η ανάρτησή του γεννά ελπίδες για πιθανή επιστροφή του Κιμ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, ο Τραμπ υποδηλώνει ξεκάθαρα τη δυσαρέσκειά του για την απροθυμία της Νότιας Κορέας να προσφέρει άμεση στρατιωτική ή επιμελητειακή υποστήριξη στις αμερικανικές εχθροπραξίες με το Ιράν.
Δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε, που εκφράζει παράπονα για τη διστακτικότητα και άλλων συμμάχων, όπως η Ιαπωνία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, να εμπλακούν στην εν λόγω σύγκρουση.
Η επιλογή του Τραμπ να μειώσει την κλίμακα των στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα δεν στερείται προηγούμενου. Το 2018, εν μέσω των κρίσιμων διαπραγματεύσεων για την αποπυρηνικοποίηση με τον Κιμ, είχε αναστείλει πλήρως τα γυμνάσια. Τότε είχε υποστηρίξει ότι οι ετήσιες ασκήσεις ήταν «προκλητικές» απέναντι στη Βόρεια Κορέα, προσθέτοντας ότι το σταμάτημα αυτών των «πολεμικών παιγνίων» θα εξοικονομούσε για τις ΗΠΑ ένα «τεράστιο χρηματικό ποσό».
Ανάλογη συρρίκνωση των ασκήσεων παρατηρήθηκε και το 2020, εξαιτίας της πανδημίας του Covid-19.
Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας κατέθεσε πρόταση για συνομιλίες με τη Βόρεια Κορέα, προκειμένου να τερματιστεί επίσημα ο πόλεμος μεταξύ τους, ο οποίος τεχνικά παραμένει ενεργός μετά την υπογραφή ανακωχής το 1953.
Επανειλημμένα στο παρελθόν, ο Τραμπ έχει επισημάνει ότι οι ΗΠΑ παρέχουν ένα τεράστιο δίχτυ ασφαλείας στη Νότια Κορέα χωρίς να λαμβάνουν τα αντίστοιχα ανταλλάγματα. Έχει ασκήσει δριμεία κριτική τόσο για τον αριθμό των στρατευμάτων που βρίσκονται στην κορεατική χερσόνησο όσο και για τα τεράστια ποσά που δαπανώνται.
Αυτή η ρητορική περιπλέκει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με τη Σεούλ, η οποία θεωρεί την αμερικανική στρατιωτική παρουσία ως τον βασικό πυλώνα της συμμαχίας τους.
Προκειμένου να αμβλύνει τις εντάσεις, η Σεούλ νωρίτερα φέτος δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε επενδύσεις ύψους 350 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ, ενώ πέρυσι ο πρόεδρος Λι Τζε-μιουνγκ είχε φτάσει στο σημείο να χαρακτηρίσει τον Τραμπ ως ειρηνοποιό.


