Για πρώτη φορά μετά την κήρυξη κακοδικίας στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι, ένορκοι μίλησαν δημόσια για όσα συνέβησαν πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαβουλεύσεων και αποκαλύπτουν πόσο κοντά έφτασαν σε μια ομόφωνη απόφαση.
Τρεις γυναίκες ένορκοι, μεταξύ των οποίων και η πρόεδρος του σώματος, δήλωσαν στο NBC ότι οι περισσότεροι από τους 12 ενόρκους ήταν έτοιμοι να καταλήξουν σε ετυμηγορία σύμφωνα με την οποία η Clancy δεν ήταν ποινικά υπεύθυνη λόγω ψυχικής νόσου για τη δολοφονία των τριών παιδιών της.
► Χάρη από τον Τραμπ ζητά η Λίντσεϊ Κλάνσι που κατηγορείται για τη δολοφονία των τριών παιδιών της
Μίλησαν και για τον ένορκο, ο οποίος αρνήθηκε να συμφωνήσει, με αποτέλσμα να υπάρξει κακοδικία.
Η πρόεδρος των ενόρκων, συνταξιούχος δασκάλα, περιέγραψε την αδυναμία επίτευξης απόφασης ως «φρικτή» και ως ένα «συναισθηματικό τρενάκι του τρόμου».
Όπως είπε, οι διαβουλεύσεις ήταν εξαιρετικά φορτισμένες, με «πολλά κλάματα», δάκρυα αλλά και αγκαλιές μεταξύ των μελών του σώματος. «Ήμουν τόσο λυπημένη που δεν μπορέσαμε να καταλήξουμε σε απόφαση. Ήταν πραγματικά σπαρακτικό», ανέφερε.
Το σημαντικότερο στοιχείο που αποκάλυψαν οι τρεις γυναίκες αφορά τον άνδρα ένορκο που παρέμεινε μέχρι τέλους αντίθετος.
Σύμφωνα με την πρόεδρο, ο συγκεκριμένος ένορκος φέρεται να παραδέχθηκε κατά τη διάρκεια των συζητήσεων ότι είχε «εύλογη αμφιβολία» ως προς την ποινική ευθύνη της Κάνσι.
Η ίδια μάλιστα είχε αρχίσει να συμπληρώνει τα έντυπα της ετυμηγορίας, θεωρώντας ότι το σώμα είχε τελικά φτάσει σε συμφωνία.
Τότε, όμως, όπως περιέγραψε, εκείνος πρόσθεσε ότι παρά την εύλογη αμφιβολία του, δεν επρόκειτο να συμφωνήσει σε ετυμηγορία σύμφωνα με την οποία η Λίντσεϊ δεν ήταν ένοχη λόγω ψυχικής νόσου.
Ο συγκεκριμένος ένορκος δεν έχει μιλήσει δημόσια ούτε έχει απαντήσει μέχρι στιγμής στις αναφορές των τριών γυναικών.
Επίσης, αποκάλυψαν ότι οι διαβουλεύσεις δεν ήταν καθόλου ήρεμες. Υπήρξαν έντονες διαφωνίες, οι οποίες πολλές φορές ακούστηκαν και μέχρι τη δικαστική αίθουσα.
Η πρόεδρος εξήγησε ότι το βασικό ερώτημα που είχαν να απαντήσουν δεν ήταν αν η Κλάνσι σκότωσε τα παιδιά της – κάτι που η ίδια δεν έχει αρνηθεί.
Το ερώτημα ήταν εάν, τη στιγμή των δολοφονιών, μπορούσε να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους και εάν είχε ποινική ευθύνη για τις πράξεις της.
Η υπεράσπιση υποστήριξε σε όλη τη διάρκεια της δίκης ότι η Κλάνσι έπασχε από επιλόχεια ψύχωση, ενώ η εισαγγελία επέμενε ότι οι ενέργειές της ήταν αποτέλεσμα συνειδητής και υπολογισμένης απόφασης.
Οι τρεις γυναίκες δήλωσαν ότι προσωπικά δεν πείστηκαν από την επιχειρηματολογία των εισαγγελέων.
«Όλα έδειχναν ότι αγαπούσε τα παιδιά της, επομένως κάτι πρέπει να συνέβη και να μην ήξερε τι έκανε», ανέφερε η πρόεδρος των ενόρκων.
Μία δεύτερη ένορκος αναφέρθηκε ειδικά στο ζήτημα των φαρμάκων που λάμβανε η Κλάνσι. Όπως υποστήριξε, ο ένορκος που διαφωνούσε είχε επανειλημμένα ερωτήματα για τη φαρμακευτική αγωγή της, παρά το γεγονός ότι το σώμα είχε στη διάθεσή του τις τοξικολογικές εξετάσεις.
Η ίδια ανέφερε επίσης ότι μεταξύ των ενόρκων υπήρχαν νοσηλεύτριες που προσπάθησαν να εξηγήσουν τα σχετικά στοιχεία, αλλά, όπως υποστήριξε, ο ένορκος «αγνόησε πλήρως» τις πληροφορίες που του έδωσαν.
Μία τρίτη ένορκος, η οποία εργάζεται ως μαγείρισσα σε κέντρο ηλικιωμένων, χαρακτήρισε τη στάση των εισαγγελέων «πολύ, πολύ σκληρή».
Οι ένορκοι συσκέπτονταν για σχεδόν 40 ώρες μέσα σε επτά ημέρες, σε μια διαδικασία γεμάτη ανατροπές.
Πολλές φορές είχαν ενημερώσει τον δικαστή ότι βρίσκονταν σε αδιέξοδο. Σε κάποια στιγμή μάλιστα έστειλαν σημείωμα στο δικαστήριο αναφέροντας ότι ένα μέλος του σώματος δεν ακολουθούσε τις οδηγίες του δικαστή σχετικά με την έννοια της εύλογης αμφιβολίας.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τον δικηγόρο της 36χρονης να ζητήσει την απομάκρυνση του συγκεκριμένου ενόρκου από το σώμα. Το αίτημα απορρίφθηκε.
Τελικά, αφού οι ένορκοι ενημέρωσαν εκ νέου ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν σε ομόφωνη απόφαση, ο δικαστής William Sullivan κήρυξε κακοδικία.
Η κακοδικία αφήνει πλέον ανοιχτό το μέλλον της υπόθεσης, καθώς οι εισαγγελείς θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα οδηγήσουν ξανά την Κλάνσι σε δίκη ενώπιον νέου σώματος ενόρκων.
Ο δικηγόρος της έχει ήδη δηλώσει ότι ελπίζει να επιτευχθεί συμφωνία με την εισαγγελία ώστε να αποφευχθεί μια δεύτερη δίκη.


