Κόσμος

Πέθανε ο θρυλικός φωτορεπόρτερ Ουμπέρτο Πίτσι: Από την Dolce Vita και τον Ωνάση μέχρι το γκροτέσκο του Cafonal

Ο άνθρωπος που απαθανάτισε 60 χρόνια ιταλικής ιστορίας. Από τη λάμψη της Dolce Vita μέχρι την παρακμή της σύγχρονης πολιτικής ελίτ.
uberto pizzi, Ουμπέρτο Πίτσι

Ουμπέρτο Πίτσι. Για δεκαετίες, η Ρώμη είχε έναν άνθρωπο που, πάνω σε ένα σκούτερ με μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό, διέσχιζε τις λεωφόρους και τα στενά της αιώνιας πόλης. Ο Ουμπέρτο Πίτσι, ο εμβληματικός Ιταλός φωτορεπόρτερ, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας την τελευταία του πνοή και μαζί ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον κόσμο της ιταλικής δημοσιογραφίας και της τέχνης.

Όπως μεταδίδει το ιταλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο ANSA, ο Πίτσι δεν ήταν απλώς ένας παρατηρητής, αλλά ο άνθρωπος που απαθανάτισε 60 χρόνια ιταλικής ιστορίας, από τη λάμψη της Dolce Vita μέχρι την παρακμή και τις υπερβολές της σύγχρονης πολιτικής ελίτ.

Ουμπέρτο Πίτσι: Όταν ο Ωνάσης του πέταξε σαμπάνια

Η ιστορία του Ουμπέρτο Πίτσι ξεκινά από το Ζαγκαρόλο, μια μικρή πόλη κοντά στη Ρώμη, όπου γεννήθηκε το 1937. Αν και το όνομά του συνδέθηκε με τα κοσμικά σαλόνια, το ξεκίνημά του είχε τη μυρωδιά του μπαρουτιού και της περιπέτειας. Όπως υπενθυμίζει το Lumsanews, πριν στρέψει τον φακό του στην αριστοκρατία, ο Πίτσι εργάστηκε ως ανταποκριτής του FAO σε εμπόλεμες ζώνες, ταξιδεύοντας στο Ιράν, το Ιράκ, τη Συρία και την Ιορδανία.

Όταν επέστρεψε στη Ρώμη, η Via Veneto φλεγόταν από τη λάμψη του Χόλιγουντ. Εκεί, ο Πίτσι άρχισε να καταγράφει τους σταρ της εποχής. Ο συνάδελφος και αιώνιος φίλος του, Ρίνο Μπαριλάρι –γνωστός ως ο «βασιλιάς των παπαράτσι»– θυμάται με συγκίνηση στο Adnkronos τις νύχτες που πέρασαν μαζί κυνηγώντας το τέλειο καρέ: «Μια φορά, ο Αριστοτέλης Ωνάσης μας πέταξε σαμπάνια για να μας διώξει».

Ωστόσο, ο Πίτσι σιχαινόταν τον όρο «παπαράτσο». Θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικό ανθρωπολόγο. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η συνεργασία του με το ανατρεπτικό site Dagospia του Ρομπέρτο Ντ’ Αγκοστίνο γέννησε το «Cafonal» – ένα ανελέητο, ειρωνικό φωτογραφικό ημερολόγιο της δεύτερης ιταλικής δημοκρατίας. Πολιτικοί, καρδινάλιοι, επιχειρηματίες και τηλεοπτικοί αστέρες πιάστηκαν απροετοίμαστοι από τον φακό του, την ώρα που έτρωγαν λαίμαργα σε μπουφέδες, έπαιρναν αμήχανες πόζες ή διασκέδαζαν έξαλλα.

«Έμπαινε εκεί που οι άλλοι έμεναν απέξω και τραβούσε τη φωτογραφία όταν οι άλλοι χαμήλωναν τη μηχανή», σημειώνουν τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, ο Πίτσι πρόσφερε τη διεισδυτική του ματιά στην εφημερίδα Il Fatto Quotidiano.

Την Τρίτη (29/9), η Ρώμη ξύπνησε πιο φτωχή, όμως η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή. Όπως ανακοινώθηκε, το Υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας αποφάσισε να διασώσει και να αρχειοθετήσει το τεράστιο έργο του, το οποίο αποτελείται από περίπου δύο εκατομμύρια φωτογραφίες. Είναι το φωτογραφικό DNA μιας ολόκληρης χώρας, αποτυπωμένο από έναν άνθρωπο που δεν σταμάτησε ποτέ να κοιτάζει, ακόμα και όταν η εξουσία πίστευε πως κανείς δεν τη βλέπει.

Η «Dolce Vita» και τα αστέρια του σινεμά

Στη δεκαετία του ’60, η Ρώμη και ειδικά η διάσημη οδός Via Veneto έγιναν το επίκεντρο του παγκόσμιου κινηματογράφου και της κοσμοπολίτικης ζωής. Όπως υπενθυμίζουν τα ιταλικά μέσα, όπως η La Repubblica, ο Πίτσι ήταν ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες κλασικούς «παπαράτσι» εκείνης της μυθικής περιόδου.

Με το σκούτερ του γυρνούσε τα νυχτερινά κέντρα και τα σοκάκια της πρωτεύουσας, κυνηγώντας τα φλας των μεγάλων αστέρων του Χόλιγουντ και της Cinecittà. Φωτογράφισε τη Λιζ Τέιλορ, τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Μικ Τζάγκερ και τον Σιλβέστερ Σταλόνε.

Αυτή η εποχή είχε μια αύρα μυστηρίου, ρομαντισμού και απαράμιλλου στυλ. Οι φωτογραφίες του Πίτσι τότε, αν και «παπαράτσικες», είχαν μια αισθητική που εξύψωνε τους πρωταγωνιστές τους, κάνοντάς τους να μοιάζουν με απρόσιτους θεούς της οθόνης.

Οι Αποκαλύψεις του «Cafonal»

Η μεγάλη ανατροπή στην καριέρα του ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ένωσε τις δυνάμεις του με τον Ρομπέρτο Ντ’ Αγκοστίνο και την ανατρεπτική ιστοσελίδα Dagospia. Εκεί γεννήθηκε η θρυλική στήλη «Cafonal» (από την ιταλική λέξη cafone, που σημαίνει βλάχος, κακόγουστος, αγενής), η οποία αργότερα έγινε και βιβλίο.

Στο Cafonal, η κομψότητα της Dolce Vita έδωσε τη θέση της στη χυδαιότητα και τον νεοπλουτισμό. Ο Πίτσι άφησε πίσω του τα αστέρια του σινεμά και στράφηκε στα σαλόνια της πολιτικής και της οικονομικής ελίτ. Με ένα σκληρό, αποκαλυπτικό φλας που δεν συγχωρούσε τίποτα, «συνελάμβανε» πολιτικούς, επιχειρηματίες, τηλεπερσόνες και καρδινάλιους στις πιο αμήχανες και γκροτέσκες στιγμές τους.

Όπως στιγμές λαιμαργίας μπροστά σε δωρεάν μπουφέδες υψηλών προσκεκλημένων, παραμορφωμένα πρόσωπα από αποτυχημένες πλαστικές επεμβάσεις, κρυφές – υπόγειες συναλλαγές και αγκαλιές μεταξύ πολιτικών αντιπάλων που την επόμενη μέρα θα τσακώνονταν στη Βουλή.

Όπως σημειώνει το Il Fatto Quotidiano, ο Πίτσι δεν αναζητούσε την τέλεια, στημένη πόζα. Έψαχνε τη λεπτομέρεια που πρόδιδε την αλήθεια: το υπερβολικό μακιγιάζ, το ποτήρι που ξεχείλιζε, τη μάσκα της εξουσίας που έπεφτε. Κι αν η Dolce Vita ήταν ο ύμνος στην ομορφιά της Ρώμης, το Cafonal ήταν η ανελέητη ανατομία των ελαττωμάτων της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Chevron Left
Η AI τρομάζει τους δημιουργούς της: Η OpenAI αποσύρει νέο μοντέλο, η Anthropic μιλά για «υπαρξιακό κίνδυνο»
«Μάλλον του αρέσει το από πάνω» - Απίστευτο επεισόδιο με Ζωή και Σιμόπουλο στη Βουλή
Σιμόπουλος Κωνσταντοπούλου Chevron Right