Τα βραβεία Όσκαρ 2026 είναι στις 15 Μαρτίου, ωστόσο, κάθε χρόνο χάνουν και λίγη παραπάνω από την λάμψη που είχαν κάποτε, όταν αποτελούσαν παγκόσμιο πολιτισμικό γεγονός. Σήμερα, όμως, προσελκύουν διαρκώς μικρότερο κοινό και αυτό φαίνεται και από την τηλεθέαση του θεσμού.
Το 1998, για παράδειγμα, περίπου 57 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ παρακολούθησαν ζωντανά την απονομή. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια η τηλεθέαση κινείται περίπου στα 20 εκατομμύρια, ενώ το 2021, μέσα στην πανδημία, έπεσε στο ιστορικό χαμηλό των 10 εκατομμυρίων.
Η πτώση αυτή δεν οφείλεται σε έναν μόνο λόγο. Από τη μία πλευρά, έχει αλλάξει συνολικά ο τρόπος που το κοινό καταναλώνει περιεχόμενο. Η άνοδος των streaming πλατφορμών έχει αποδυναμώσει το παραδοσιακό «ραντεβού με την τηλεόραση», δηλαδή την ιδέα ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα συντονιστούν ταυτόχρονα σε ένα ζωντανό γεγονός.
🏆 • oscars avg viewership over the years
2014 — 43.7M 2015 — 37.3M 2016 — 34.4M 2017 — 32.9M 2018 — 26.5M 2019 — 29.6M 2020 — 23.6M 2021 — 9.85M 2022 — 16.6M 2023 — 18.7M 2024 — 19.5M pic.twitter.com/3tYDrUbOGV
— ؘ (@HitsAndCharts) March 1, 2025
Από την άλλη, έχει αλλάξει και το ίδιο το σινεμά. Οι ταινίες που κυριαρχούν στο box office σήμερα -υπερηρωικές παραγωγές, μεγάλα franchises ή φανταστικά έπη- σπάνια είναι αυτές που κερδίζουν τα μεγάλα βραβεία. Αντίθετα, τα Όσκαρ τα τελευταία χρόνια συχνά καταλήγουν σε μικρότερες, πιο «ιδιαίτερες» παραγωγές, που μπορεί να ενθουσιάζουν τους κριτικούς αλλά δεν αποτελούν απαραίτητα μεγάλες εμπορικές επιτυχίες.
Η αλλαγή αυτή έχει επηρεάσει άμεσα και το ενδιαφέρον του κοινού για την τελετή. Όταν οι θεατές δεν έχουν δει -ή δεν γνωρίζουν καν- τις περισσότερες υποψήφιες ταινίες, είναι πιο δύσκολο να επενδύσουν συναισθηματικά στο ποιος θα κερδίσει.
Όταν τα Όσκαρ ήταν ένα παγκόσμιο γεγονός
Για δεκαετίες, ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στα Όσκαρ και το κοινό ήταν πολύ διαφορετική. Μέχρι και τη δεκαετία του 1970, περίπου το 90% των ταινιών που κέρδιζαν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας βρίσκονταν στις δέκα πιο εμπορικές της χρονιάς τους. Με άλλα λόγια, οι προτιμήσεις της Ακαδημίας και του κοινού συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό.
Ταινίες όπως το «Kαζαμπλάνκα», το «Μπεν Χουρ», το «Ωραία μου Κυρία» ή «Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 Μέρες» ήταν ταυτόχρονα επιτυχίες στο box office και μεγάλοι νικητές των βραβείων. Οι θεατές πήγαιναν να δουν αυτές τις ταινίες στον κινηματογράφο και στη συνέχεια παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον την απονομή για να δουν αν θα επιβεβαιωθεί η επιτυχία τους.

Η τάση αυτή συνεχίστηκε σε μεγάλο βαθμό και στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Το 1990 το «Χορεύοντας με τους λύκους» του Κέβιντ Κόστνερ συγκέντρωσε σχεδόν 425 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, ενώ το 1996 το «Φόρεστ Γκαμπ» έφτασε τα 678 εκατομμύρια. Πρόκειται για τεράστια ποσά για την εποχή.
Έτσι, τα Όσκαρ λειτουργούσαν σχεδόν σαν το «φινάλε» της κινηματογραφικής χρονιάς: ένα είδος θριαμβευτικού γύρου για τις ταινίες που ήδη είχαν κερδίσει το κοινό.
Το αποκορύφωμα: τα Όσκαρ του 1998
Η στιγμή που συχνά θεωρείται η κορύφωση της δημοφιλίας των Όσκαρ ήταν η τελετή του 1998, όταν κυριάρχησε ο «Τιτανικός» του Τζέιμς Κάμερον
Η ταινία είχε ήδη γίνει παγκόσμιο φαινόμενο. Ήταν η πρώτη στην ιστορία που ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε εισπράξεις και είχε μετατραπεί σε πολιτισμικό γεγονός. Οι θεατές επέστρεφαν ξανά και ξανά στις αίθουσες για να τη δουν, ενώ τα τραγούδια και οι πρωταγωνιστές της είχαν γίνει μέρος της ποπ κουλτούρας της εποχής.
Στην τελετή εκείνης της χρονιάς, ο «Τιτανικός» συγκέντρωσε 14 υποψηφιότητες και τελικά κέρδισε 11 Όσκαρ. Όταν ο Κάμερον ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το βραβείο σκηνοθεσίας και φώναξε τη διάσημη φράση «I’m the king of the world», το κοινό ένιωθε ότι παρακολουθούσε την κορύφωση μιας ήδη τεράστιας κινηματογραφικής επιτυχίας.
Την τελετή παρακολούθησαν περίπου 57 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ, αριθμός που παραμένει μέχρι σήμερα ο υψηλότερος στην ιστορία των Όσκαρ.
Η μεγάλη αλλαγή μετά το 2000
Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά μετά το 2000. Ένας από τους βασικούς λόγους ήταν η μετατόπιση της κινηματογραφικής βιομηχανίας και η οικονομική κρίση.
Τα μεγάλα στούντιο άρχισαν να επενδύουν ολοένα και περισσότερο σε υπερπαραγωγές βασισμένες σε κόμικς ή επιτυχημένα franchises. Αυτές οι ταινίες συχνά συγκεντρώνουν τεράστια έσοδα στο box office, αλλά σπάνια θεωρούνται «ταινίες Όσκαρ».
Την ίδια στιγμή, οι ταινίες που τελικά κερδίζουν το βραβείο Καλύτερης Ταινίας είναι συχνά μικρότερες παραγωγές. Στη δεκαετία του 1990 ο μέσος προϋπολογισμός ενός νικητή Όσκαρ ήταν περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια. Στη δεκαετία του 2010 είχε πέσει περίπου στα 20 εκατομμύρια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το 2010, όταν το «The Hurt Locker» της Kathryn Bigelow – με προϋπολογισμό περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια – κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας απέναντι στο «Avatar» του Τζέιμς Κάμερον, που είχε κοστίσει σχεδόν 237 εκατομμύρια και είχε γίνει μία από τις πιο εμπορικές ταινίες όλων των εποχών.
Το μήνυμα ήταν σαφές: τα Όσκαρ δεν αφορούσαν πλέον τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες.
Όταν τα Όσκαρ απομακρύνθηκαν από το κοινό
Τα τελευταία χρόνια αυτή η τάση έχει ενισχυθεί. Ταινίες όπως το «Moonlight», το «Nomadland», το «Coda», το «Everything Everywhere All At Once» ή το περσινό «Anora» έχουν κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας παρότι πολλές από αυτές είχαν σχετικά μικρό προϋπολογισμό και περιορισμένες εισπράξεις σε σχέση με τα μεγάλα blockbusters.
Από καλλιτεχνική άποψη, αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Πολλές από αυτές τις ταινίες θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικές και πιθανόν σε άλλες εποχές να είχαν περάσει απαρατήρητες.
Ωστόσο, η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι τα Όσκαρ έχουν απομακρυνθεί από το ευρύ κοινό. Όταν η πλειονότητα των θεατών δεν έχει δει τις υποψήφιες ταινίες, το ενδιαφέρον για την τελετή μειώνεται αναπόφευκτα.
Παράλληλα, η γενικότερη κρίση των κινηματογραφικών αιθουσών και η άνοδος των streaming υπηρεσιών έχουν μειώσει το συνολικό ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο ως μαζικό γεγονός.
Μπορούν τα Όσκαρ να ξαναγίνουν μεγάλο γεγονός;
Παρά τη μεγάλη πτώση της τηλεθέασης, κάποιοι εκτιμούν ότι τα Όσκαρ μπορούν να ανακτήσουν μέρος της παλιάς τους αίγλης.
Για παράδειγμα, η πρόσφατη επιτυχία του «Oppenheimer» τόσο στο box office όσο και στα βραβεία δημιούργησε ελπίδες για αναβίωση του θεσμού.
Παράλληλα, η ίδια η τελετή αναζητά νέους τρόπους να προσεγγίσει το κοινό. Το γεγονός ότι από το 2028 θα μεταδίδεται μέσω YouTube αντί για το παραδοσιακό τηλεοπτικό δίκτυο ABC δείχνει ότι ακόμη και η Ακαδημία αναγνωρίζει πόσο έχει αλλάξει το τοπίο των μέσων.
Το αν τα Όσκαρ θα καταφέρουν να επιστρέψουν στην εποχή που δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι τα παρακολουθούσαν με ενθουσιασμό παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Προς το παρόν, όμως, φαίνεται ξεκάθαρο ότι η εποχή του «Τιτανικού» έχει πια περάσει.


