Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της G7 – δηλαδή του Καναδά, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών – πραγματοποίησαν σήμερα την προγραμματισμένη τηλεδιάσκεψή τους για να συζητήσουν την ενεργειακή κρίση, απότοκο του πολέμου στο Ιράν, μετά την εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Ρολάν Λεσκύρ, δήλωσε ότι η G7 «δεν βρίσκεται ακόμη στο σημείο» ώστε να υπάρξει συμφωνία για την αποδέσμευση αποθεμάτων πετρελαίου, καθώς δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συναίνεση στο ζήτημα. Σύμφωνα με το Reuters, ο Λεσκύρ πρόσθεσε ότι οι υπουργοί συμφώνησαν να χρησιμοποιήσουν «οποιαδήποτε αναγκαία εργαλεία, εφόσον χρειαστεί», για τη σταθεροποίηση της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης και «της πιθανής αποδέσμευσης των αναγκαίων αποθεμάτων».
Η υπουργός Οικονομικών της Ιαπωνίας, Σατσούκι Καταγιάμα, δήλωσε από την πλευρά της ότι ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας κάλεσε σε συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου κατά τη διάρκεια της σημερινής διαδικτυακής συνάντησης με την G7. «Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας κάλεσε κάθε χώρα να προχωρήσει σε συντονισμένη αποδέσμευση αποθεμάτων πετρελαίου», ανέφερε η Καταγιάμα.
Ο Φατίχ Μπιρόλ, εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, εξέδωσε ανακοίνωση επιβεβαιώνοντας ότι συμμετείχε στη σημερινή συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G7 σχετικά με την παγκόσμια οικονομική κατάσταση και τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Όπως ανέφερε, ενημέρωσε τους υπουργούς για την επιδείνωση των συνθηκών στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου. Πρόσθεσε ότι στη συνάντηση «συζητήθηκαν όλες οι διαθέσιμες επιλογές», συμπεριλαμβανομένης της αποδέσμευσης έκτακτων αποθεμάτων πετρελαίου. Ωστόσο, επιβεβαίωσε, έμμεσα, ότι δεν ελήφθη κάποια απόφαση.
Η κοινή δήλωση της G7
Στην κοινή δήλωσή τους, οι υπουργοί Οικονομικών της G7 αναφέρουν: «Εμείς, οι υπουργοί Οικονομικών της G7, πραγματοποιήσαμε εικονική συνάντηση στις 9 Μαρτίου, μαζί με τους επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF), της Παγκόσμιας Τράπεζας (WBG), του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).
Συζητήσαμε τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τις επιπτώσεις της στη σταθερότητα της περιοχής, στις παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες και στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και τη σημασία της ασφάλειας των εμπορικών θαλάσσιων οδών.
Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά την κατάσταση και τις εξελίξεις στις αγορές ενέργειας και θα συνεδριάζουμε όποτε χρειάζεται για την ανταλλαγή πληροφοριών και τον συντονισμό εντός της G7 και με διεθνείς εταίρους. Είμαστε έτοιμοι να λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς, όπως μέσω της αποδέσμευσης στρατηγικών αποθεμάτων.»
Νέα αύξηση στις τιμές πετρελαίου μετά την G7
Αφότου οι υπουργοί Οικονομικών της G7 δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στην αποδέσμευση των αποθεμάτων κατά τη σημερινή τους συνάντηση, οι τιμές του πετρελαίου πήραν ξανά την ανιούσα. Το αμερικανικό αργό πετρέλαιο, το οποίο κινούνταν γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, μέσα σε λίγα λεπτά αυξήθηκε ξανά σε πάνω από 103 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για τις τιμές του πετρελαίου, ανήλθε στα 104,70 δολάρια το βαρέλι. Πρόκειται για άνοδο περίπου 13% μέσα στη σημερινή ημέρα – μια εξαιρετικά μεγάλη μεταβολή για την τιμή του πετρελαίου.
Καθησυχαστική η Κομισιόν για την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται καθησυχαστική για την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης, παρά τη διατάραξη εφοδιαστικών αλυσίδων λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, επισημαίνοντας ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ διαθέτουν επαρκή αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
«Μας ανησυχεί πολύ λιγότερο η ασφάλεια του εφοδιασμού από ό,τι οι υψηλές τιμές ενέργειας», δήλωσε η εκπρόσωπος της Επιτροπής για θέματα ενέργειας, ‘Αννα-Καίζα Ιτκόνεν. Όπως ανέφερε, η άμεση επίδραση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στις ενεργειακές αγορές παραμένει περιορισμένη βραχυπρόθεσμα, χάρη στη στρατηγική διαφοροποίησης των προμηθειών της ΕΕ. Η Ευρώπη, αν και καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, διαθέτει πλέον διαφοροποιημένες πηγές φυσικού αερίου και πετρελαίου, συνδυάζοντας προμήθειες μέσω αγωγών και LNG από παγκόσμιους προμηθευτές.
Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Επιτροπής, οι μεγαλύτεροι προμηθευτές φυσικού αερίου της ΕΕ είναι η Νορβηγία μέσω αγωγών και οι Ηνωμένες Πολιτείες μέσω υγροποιημένου φυσικού αερίου. Επιπλέον, τόνισε ότι η ΕΕ δεν εισάγει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο από το Ιράν, γεγονός που περιορίζει τον άμεσο αντίκτυπο της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την κ. Ιτκόνεν, όλες οι χώρες της ΕΕ διαθέτουν έκτακτα αποθέματα πετρελαίου που επαρκούν για 90 ημέρες. «Οι χώρες μέλη πρέπει να ενημερώσουν την Κομισιόν εφόσον αποδεσμεύσουν τα αποθέματα αυτά. Εξ όσων γνωρίζουμε κανένα κράτος μέλος δεν το έχει πράξει μέχρι στιγμής», υπογράμμισε.
Σε ό,τι αφορά το φυσικο αέριο, η κ. Ιτκόνεν ανέφερε ότι τα στρατηγικά αποθέματα και τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου παραμένουν υψηλά στην ΕΕ και επαρκούν για να καλύψουν το υπόλοιπο του χειμώνα. «Από τη δική μας οπτική γωνία, προς το παρόν η κατάσταση είναι υπό έλεγχο στην Ευρώπη και παραμένει σταθερή», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στα κράτη-μέλη – μέσω της ειδικής ομάδας εργασίας για την ενεργειακή ασφάλεια και παραμένει σε συνεχή επαφή με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Εξάλλου, η κ. Ίτκονεν ανέφερε, ότι το θέμα των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου συζητείται σε επίπεδο χωρών της G7 που συνεδριάζει σήμερα μέσω τηλεδιάσκεψης. Όπως είπε, την ερχόμενη Πέμπτη, η ομάδα συντονισμού μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ θα κάνει απολογισμό των αποτελεσμάτων του G7, θα συζητήσει το επίπεδο των εθνικών αποθεμάτων και θα εξετάσει αν χρειάζεται να ληφθούν μέτρα. Προς το παρόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι διαθέτει εργαλεία που αναπτύχθηκαν μετά την προηγούμενη- πρόσφατη ενεργειακή κρίση, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι απαιτούνται προς το παρόν έκτακτα μέτρα.
Σημειώνεται, τέλος, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει αύριο Τρίτη στο Στρασβούργο το «πακέτο ενέργειας για τους πολίτες», το οποίο στοχεύει στην επιτάχυνση επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και στη μείωση των λογαριασμών ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη με τη μεγαλύτερη συμμετοχή ανανεώσιμων πηγών στο ενεργειακό μείγμα εμφανίζουν και τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.


