Με τον πλανήτη να κινείται σε ρυθμούς Όσκαρ ενόψει της τελετής της 16ης Μαρτίου, λίγοι γνωρίζουν ότι στην ιστορία των βραβείων μόνο μια ταινία με χαρακτηρισμό «Χ» – δηλαδή κατάλληλη μόνο για ενηλίκους – έχει εξασφαλίσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.
Πρόκειται για το «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» (Midnight Cowboy), η οποία έκανε πρεμιέρα στις 25 Μαΐου 1969 και άφησε ανεξίτηλο στίγμα στον θεσμό των Όσκαρ.
Συνδύαζε σκηνές βιασμού, πορνογραφίας, ομοφυλοφιλίας και χρήσης ναρκωτικών σε μια εποχή που όλα αυτά τα στοιχεία θεωρούνταν «αυτοκτονικά» για την εμπορική επιτυχία μιας ταινίας. Και όμως, τελικά το κοινό την αγκάλιασε και εξασφάλισε 7 υποψηφιότητες και 3 βραβεύσεις στα Όσκαρ του 1970.
Η υπόθεση της αμφιλεγόμενης ταινίας
O Tζο Μπακ (Τζον Βόιτ) είναι ένας νεαρός από το Τέξας που πλένει πιάτα σε ένα εστιατόριο. Πεπεισμένος για την ακαταμάχητη γοητεία του στις γυναίκες, παραιτείται από τη δουλειά του και κατευθύνεται προς τη Νέα Υόρκη, νομίζοντας ότι θα κολλήσει με κάποια πλούσια χήρα.
Η Νέα Υόρκη, ωστόσο, δεν είναι τόσο φιλόξενη όσο φανταζόταν, και ο Τζο σύντομα καταλήγει να ζει σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο.
Εκεί, θα γνωρίσει έναν άστεγο και άρρωστο μικροαπατεώνα τον Ενρίκο «Ράτσο» Ρίτσο (Ντάστιν Χόφμαν).
Οι δυο τους σχηματίζουν μια δύσκολη συμμαχία και μαζί δίνουν ώθηση στην καριέρα του Τζο, ακριβώς τη στιγμή που η υγεία του Ράτσο αρχίζει να επιδεινώνεται.
Με την ταινία έχει συνδεθεί άρρηκτα το τραγούδι «Everybody’s Talkin’» σε διασκευή Χάρι Νίλσον.
Τι είχε πει ο Ντάστιν Χόφμαν για την ταινία
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του 1965 του James Leo Herlihy, αυτή η ζοφερή ιστορία μοναξιάς, σεξουαλικότητας και επιβίωσης στη Νέα Υόρκη στηρίχθηκε σε ερμηνείες-ορόσημο από τους δύο πρωταγωνιστές του.
Ο Ντάστιν Χόφμαν ενσάρκωσε ένα εξαθλιωμένο, πανούργο απατεώνα του δρόμου, ενώ ο Τζον Βόιτ έπαιξε έναν αφελή νεαρό Τεξανό που ονειρεύεται να γίνει ζιγκολό πλούσιων γυναικών στο «Μεγάλο Μήλο».
Πέρα από απατεώνας, ο χαρακτήρας του Χόφμαν, ο Ενρίκο «Ράτσο» Ρίτσο, έπασχε από αναπηρία στο πόδι και φυματίωση. Ο γνωστός ηθοποιός είχε μιλήσει το 1970 για αυτόν τον ρόλο, τόσο κόντρα στην προηγούμενη του ταινία, το «The Graduate», που του είχε χαρίσει παγκόσμια αναγνώριση.
«Έπρεπε να διατηρώ μια συγκεκριμένη στάση σώματος, ένα βάδισμα, έναν τρόπο ομιλίας. Ανησυχούσα πολύ για τις διακυμάνσεις», είπε το 1970. Αργότερα αποκάλυψε στο Vanity Fair ότι έβαζε μια πέτρα στο παπούτσι του για να κουτσαίνει φυσικά μπροστά στην κάμερα.
Ο ίδιος θεωρούσε πάντως πως ο ρόλος του Βόιτ ήταν πιο απαιτητικός. «Νομίζω ότι ο μέσος θεατής θα δει μια τέτοια δουλειά και θα τη θεωρήσει πολύ δύσκολη. Αλλά πιστεύω ότι ο ρόλος του Τζον ήταν πολύ πιο απαιτητικός, γιατί ήταν πιο ασαφής, δεν είχε τόσο κοφτερό περίγραμμα στο σενάριο, και είναι προς τιμήν του ό,τι κατάφερε να του δώσει».

Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Τζον Σλέσινγκερ, ο οποίος ήταν ομοφυλόφιλος. Όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν, ούτε ο Χόφμαν ούτε ο Βόιτ ήταν στα αρχικά του πλάνα για την ταινία.
Όλοι τον είχαν προειδοποιήσει ότι το «Midnight Cowboy» θα ήταν η καταστροφή του. «Δεν με ενδιαφέρουν τα ψευδοχαρούμενα φινάλε με ανθρώπους που περπατούν χέρι-χέρι στο ηλιοβασίλεμα. Δεν νομίζω ότι είναι αληθινά. Οι περισσότερες ταινίες μου αφήνουν ερωτηματικά στο τέλος», είχε δηλώσει ο σκηνοθέτης
Η επιτυχία της ταινίας και τα Όσκαρ
Λόγω των δύσκολοων σκηνών της, η ταινία προοριζόταν εξαρχής για ενήλικο κοινό. Αρχικά έλαβε χαρακτηρισμό «Restricted» από την Ένωση Κινηματογραφικών Εταιρειών της Αμερικής, όμως ο επικεφαλής της United Artists, Άρθουρ Κριμ, επέμεινε να λάβει τον αυστηρότερο χαρακτηρισμό X.
Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός ισοδυναμούσε σχεδόν με εμπορική αυτοκτονία. Κι όμως, η Universal μετέτρεψε τον χαρακτηρισμό σε διαφημιστικό πλεονέκτημα, με σλόγκαν: «Όλα όσα ακούτε για το Midnight Cowboy είναι αληθινά!».
Η ταινία εξελίχθηκε σε απρόσμενη επιτυχία: απέφερε δεκαπλάσια έσοδα από τον μικρό προϋπολογισμό των 4 εκατ. δολαρίων και έγινε η τρίτη πιο εμπορική ταινία του 1969.
Απέσπασε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ και κέρδισε τρία, μεταξύ των οποίων και το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας — η πρώτη και μοναδική ταινία με χαρακτηρισμό X που το πέτυχε.
Μαζί με ταινίες όπως το Bonnie and Clyde και το Easy Rider, συνέβαλε στην απαρχή του Νέου Χόλιγουντ, φέρνοντας πιο σύνθετες αφηγήσεις, ηθική αμφισημία και στιλιστική τόλμη στον αμερικανικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1970.
Το 1994 επιλέχθηκε για διατήρηση από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου ως έργο «πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικό».


