Στις κινηματογραφικές αίθουσες έχει αρχίσει να προβάλλεται πλέον η πολυαναμενόμενη «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Μια ταινία που τράβηξε εξαρχής την προσοχή στην Ελλάδα, όχι μόνο εξαιτίας της θεματικής της, αλλά και λόγω της επιλογής του σκηνοθέτη να υποδυθεί την Ωραία Ελένη η Λουπίτα Νιόνγκο, μια ηθοποιός μαύρου χρώματος, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις σε μερίδα του κόσμου.
Το iEidiseis.gr ζήτησε από την Ευγενία Μακρυγιάννη, αναπληρώτρια καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, να μας εξηγήσει μεταξύ άλλων πως παρουσιάστηκε η Ελένη από τον Όμηρο, τι συμβολίζει, αν θα μπορούσε να έχει μαύρο χρώμα, πώς έχει αναπαρασταθεί στη διάρκεια των χρόνων, τις αιτίες που ο Νόλαν προχώρησε σε αυτή την «προδοσία» και γιατί ένα έργο δεν δεσμεύεται από ιστορική ακρίβεια και τη σχέση μας με το παρελθόν.
«Έχοντας χέρια λευκά»
Σύμφωνα με όσα δήλωσε στο iEidiseis.gr η Ευγενία Μακρυγιάννη, «τα ομηρικά έπη δίνουν ελάχιστα και μόνο γενικά τυπικά στοιχεία για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ωραίας Ελένης, δηλαδή για την όψη και την εμφάνισή της. Επιστρατεύονται για εκείνην παραδοσιακά τυπικά επίθετα ή παραδοσιακές τυπικές φράσεις, τα περισσότερα από τα οποία όμως δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για την ίδια, αλλά και για θεές και για άλλες γυναίκες της ανώτερης, συνήθως, κοινωνικής τάξης».
► Economist για «Οδύσσεια»: Ανάκτορα που θυμίζουν boutique και ένας ήρωας με μετατραυματικό στρες
Ενδεικτικά, όπως σημείωσε η ίδια, «στον Όμηρο η Ελένη είναι λευκή έχοντας χέρια λευκά, καθώς χαρακτηρίζεται λευκώλενος, στον στ. 121 της ραψωδίας Γ της Ιλιάδας και στον στ. 227 της ραψωδίας χ της Οδύσσειας». Αντίστοιχα, όπως επεσήμανε, μια σειρά θεαινών και θνητών γυναικών είναι επίσης λευκώλενοι στην επική ποίηση.
Άλλωστε, σύμφωνα με την κ. Μακρυγιάννη, «είναι γνωστό ότι η λευκότητα του δέρματος ήταν από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της γυναικείας εμφάνισης και ομορφιάς, για τους Έλληνες τουλάχιστον της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου, όπως άλλωστε και για τους Νεοέλληνες μέχρι σχετικά πρόσφατα, αν θυμηθούμε εικόνες για κορίτσια και νεαρές γυναίκες που βρίσκουμε π.χ. στο δημοτικό μας τραγούδι».
Το κάλλος της Ελένης
Σημειώνεται πως η Ελένη χαρακτηρίστηκε επίσης «όμορφη» από τον Έκτορα, ενώ παρουσιάζεται να έχει ωραίο πρόσωπο και πιο συγκεκριμένα «όμορα μάγουλα/όμορφες παρειές». Η Ελένη χαρακτηρίζεται επίσης σύμφωνα με την κ. Μακρυγιάννη ως «ἠΰκομος και καλλίκομος», δηλαδή «ομορφομαλλούσα». Στην ραψωδία δ της Οδύσσειας, η Ελένη κατεβαίνει εντυπωσιακή από την κάμαρά της «όμοια στην Άρτεμη την χρυσοδοξαρούσα, στη μετάφραση των Ν. Καζαντζάκη και Ι.Θ. Κακριδή».
Είναι επίσης ενδεικτικό ότι σύμφωνα με την κ. Μακρυγιάννη, «η ακατανίκητη επίδραση που ασκεί στους άλλους το κάλλος της Ελένης παρουσιάζεται στην Ιλιάδα με εντυπωσιακό τρόπο. Η ομορφιά της γυναίκας -η αρπαγή της οποίας μαζί και η παραβίαση όλων των υποχρεώσεων και της αξίας της φιλοξενίας, ήταν για τη μυθολογική αρχαιότητα ή αιτία του Τρωικού πολέμου –προκαλεί θαυμασμό στους Τρωαδίτες γέροντες, οι οποίοι έχουν συγκεντρωθεί πάνω στα τείχη της Τροίας για να παρακολουθήσουν από ψηλά τη μονομαχία Πάρη -εδώ εμφανίζεται με το δεύτερο όνομά του, κατονομάζεται ως Αλέξανδρος- και Μενέλαου, στην περίφημη σκηνή της “Τειχοσκοπίας” στην Τρίτη ραψωδία της Ιλιάδας».
Μάλιστα, «φτάνουν στο σημείο μόλις την αντικρίσουν να πουν: “Δεν πρέπει να θυμώνει κανείς που οι Τρώες και οι Αχαιοί με τις όμορφες κνημίδες τραβούν βάσανα για μια τέτοια γυναίκα πολύν καιρό. Μοιάζει στην όψη τρομερά με τις αθάνατες θεές. Αλλά και έτσι, τέτοια που είναι, ας γυρίσει πίσω με τα καράβια, μήτε να μείνει συμφορά για μας και τα παιδιά μας πιο ύστερα”, στη μετάφραση της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή.».
«Αποκτά διαρκώς νέες μορφές»
Αναφορικά με το πως έχει αποτυπωθεί μετέπειτα η Ελένη από ποιητές και πεζογράφους, η κ. Μακρυγιάννη σχολίασε πως «ο καθένας μας, τελικά, μπορεί να δημιουργήσει τη δική του εικόνα για την Ωραία Ελένη σύμφωνα με τις δικές του προσλαμβάνουσες, τις δικές του προτιμήσεις, τα δικά του πιστεύω, τη δική του φαντασία, όσο η φαντασία αυτή μπορεί να είναι εντελώς ελεύθερη, καθώς έχουν μεσολαβήσει αιώνες με πολυάριθμες νεότερες εικαστικές αναπαραστάσεις της, που αναπόφευκτα έχουν ασκήσει επιρροή. Επιπλέον, και η κυρίαρχη αισθητική κάθε εποχής αναπόφευκτα επηρεάζει τις απόψεις και το γούστο των μελών κάθε κοινωνίας».
Έτσι, «από τον Στησίχορο ως τον Βάρναλη, και πάλι από τον Στησίχορο ως τον Ευριπίδη, τον Κωστή Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Σεφέρη, από τη Σαπφώ και τον Αλκαίο ως τον Τάκη Σινόπουλο και τον Ηλία Λάγιο, από τον Δάντη ως τον Γκαίτε και τον Χόφμανσταλ, από τον Μάρλοου και τον Ασίμοφ ως τη Μάργκαρετ Άτγουντ, από τον Όφφεμπαχ ως το Ρίχαρντ Στράους -ο κατάλογος είναι ατελείωτος και για πολλά και διαφορετικά είδη τέχνης- το πρόσωπο της Ελένης αποκτά διαρκώς νέες μορφές, νέο ήθος και νέους χαρακτηρισμούς, νέες διαστάσεις, νέες προσεγγίσεις, νέες εικόνες».
Τι συμβολίζει
Σχετικά με το τι συμβολίζει η Ωραία Ελένη, η κ. Μακρυγιάννη ανέφερε πως αποτελεί «διαχρονικά σύμβολο της δύναμης του γυναικείου κάλλους. Αλλά και του έρωτα, του πειρασμού και της σφοδρής επιθυμίας. Της εξαπάτησης, της καταστροφής, της ενοχής αλλά και της ευθύνης. Του πεπρωμένου, της ανάγκης, του εξαναγκασμού αλλά και της ελεύθερης βούλησης. Των μαγικών ικανοτήτων, αλλά και της ευαισθησίας, της θαυμαστής αντίληψης, μα και της αμφιβολίας για το ποια είναι η αλήθεια. Όλα αυτά επιτρέπουν, αν δεν καλούν, την έμπνευση των δημιουργών να της δώσουν μια, κάποιες, όλες τις εκδοχές της και να πλάσουν και νέες».
«Κανείς δεν θα μπορούσε να την φανταστεί μαύρη»
Μια νέα εκδοχή της Ελένης εμπνεύστηκε και ο Κρίστοφερ Νόλαν, που επέλεξε να την υποδυθεί η ηθοποιός μαύρου χρώματος, Λουπίτα Νιόνγκο.
Σχολιάζοντας αυτή την επιλογή, η κ. Μακρυγιάννη ανέφερε πως «η Ωραία Ελένη δεν θα μπορούσε, εννοείται, να παρουσιάζεται στα ομηρικά έπη, αλλά ούτε και σε όλη την αρχαία ελληνική λογοτεχνία στη συνέχεια, με χαρακτηριστικά που να ανήκουν στην ανθρώπινη μαύρη φυλή. Και ούτε κανείς θα μπορούσε να τη φανταστεί μαύρη».
Παρόλα αυτά, «με τον τρόπο που μας την εμφανίζει ο ποιητής των επικών ποιημάτων, αφήνεται κυρίως στην φαντασία των αρχαίων ακροατών του η τελική “υλοποίηση” των λεπτομερειών της εμφάνισής της, όπως και τώρα στην εποχή μας, επαφίεται στη φαντασία των αναγνωστών της Ιλιάδας και της Οδύσσειας».
Άλλωστε, στις εικαστικές αναπαραστάσεις από τον μύθο και τη λογοτεχνία, «άλλες φορές η Ελένη αναπαρίσταται παχουλή με πυρρά σγουρά μαλλιά, άλλες ξανθή βορείων χαρακτηριστικών, άλλοτε μελαχρινή κ.ο.κ.».
«Αναπόφευκτη η “προδοσία”»
Αντίστοιχα και ο κινηματογράφος, «σχεδόν από καταβολής του, γοητεύθηκε από την πιο όμορφη γυναίκα του πιο πολυσύνθετου και πολυδαίδαλου μύθου της αρχαιότητας». Όμως, το μέσο του κινηματογράφου, «έχει τόσο διαφορετικά εργαλεία», που σύμφωνα με την ίδια, «είναι σχεδόν αναπόφευκτη και η “προδοσία”, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, όταν επιχειρείται π.χ. ένα λογοτεχνικό έργο να γίνει ταινία. Όμως το κινηματογραφικό έργο δημιουργεί νέους κόσμους και το περιορίζουμε αν θελήσουμε να του επιβάλουμε τους δικούς μας, πολλές φορές ίσως και αγκυλωμένους, όρους».
Παράλληλα η ίδια τόνισε πως θα πρέπει «να σκεφτούμε μήπως υπάρχει λόγος να εμφανιστεί η Ελένη ως μαύρη, ή από άλλη φυλή, σε μια σύγχρονη ταινία, εφόσον αυτό ο δημιουργός της το εντάσσει στον κόσμο που δημιουργεί με το έργο του. Γιατί να μη δεχθούμε ότι σε μια σύγχρονη προσέγγιση οι δημιουργοί δεν χρειάζεται, μπορεί και να μην πρέπει, να είναι αυστηρά πιστοί στην πηγή της έμπνευσής τους; Μπορούμε, επιπλέον, να αναρωτηθούμε, αν δεν είναι “πιστοί” τι επιδιώκουν με την “προδοσία” τους αυτή. Μπορεί να πρόκειται για αναγκαία “αυθαιρεσία” και να εκπορεύεται από συγκεκριμένη δημιουργική ανάγκη».
Άλλωστε, «η τέχνη δεν είναι ανάγκη να δεσμεύεται από τις αρχαίες μυθολογικές αφηγήσεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ποικίλλουν ήδη από την αρχαιότητα. Δεν χρειάζεται επίσης να δεσμεύεται απολύτως ούτε από ιστορική ακρίβεια σε όλες τις λεπτομέρειες, ούτε χρειάζεται απαραιτήτως να περιορίζεται από τη φιλολογική ή την όποια ιστορική αυστηρότητα, ανησυχία και μέριμνα. Σκοπός των καλλιτεχνών είναι η δημιουργία έργων που θα συνάδουν με την εποχή τους, την έμπνευσή και την αισθητική τους, έργων που θα “απαντούν” σε θέματα, προβλήματα, ερωτήματα, αγωνίες του καιρού τους, και μακάρι αυτά να έχουν επίσης καλλιτεχνική, αισθητική και πνευματική αξία».
► Κρίστοφερ Νόλαν: «Δεν έχει σημασία τι λένε πριν δουν την “Οδύσσεια” στους κινηματογράφους»
«Οι αναπαραστάσεις του μαύρου Χριστού»
Μάλιστα, «η σημερινή παγκοσμιοποιημένη και πολύ-πολιτισμική πραγματικότητα ως ένα βαθμό επιβάλλει στους δημιουργούς την επιδίωξη ανθρωπολογικής ή και φυλετικής ποικιλομορφίας. Αλλά και μια διαφαινόμενη επικίνδυνα συντηρητική στροφή μπορεί να χρειάζεται να απαντηθεί, άμεσα ή έμμεσα, και με καλλιτεχνικές επιλογές».
Σε αυτό το πλαίσιο η κ. Μακρυγιάννη αναρωτιέται: «Μήπως θα έπρεπε να έχει απαγορευθεί σε τόσες αφρικάνικες, λατινοαμερικανικές ή ασιατικές κοινότητες να ανεβάσουν την Αντιγόνη, σαν παρηγοριά και αντίσταση στη δουλεία ή την καταπίεση που υπέφεραν, μόνο και μόνο επειδή η τραγωδία είναι έργο λευκών με λευκούς πρωταγωνιστές; Μήπως θα έπρεπε να καταδικαστούν οι αναπαραστάσεις του Χριστού ως μαύρου από τους χριστιανούς της μαύρης φυλής, η μόνη παρηγοριά και καταφυγή που μπορεί κατά καιρούς να είχαν; Και δεν αποκτούν πραγματικά τον πανανθρώπινο χαρακτήρα που ισχυριζόμαστε ότι έχουν τα κλασικά έργα όταν δίνεται η ευκαιρία και σε ανθρώπους άλλους πέραν της λευκής φυλής να ερμηνεύσουν κλασικούς ρόλους που μπορεί ακόμα και λόγω εμπειριών να τους αισθάνονται, να τους συγκινούν και να τους πονούν βαθύτερα;».
Στο ερώτημα γιατί δεν προκάλεσε αντίστοιχες αντιδράσεις η επιλογή να υποδυθεί τον Οδυσσέα ο διάσημος ηθοποιός Ματ Ντέιμον, παρότι έχει αγγλοσαξωνική εμφάνιση, η ίδια απάντησε χαρακτηριστικά: «Μήπως αρκεί το γεγονός ότι ανήκει στη λευκή φυλή; Για τον ίδιο ίσως λόγο που κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν το 2004 την Ωραία Ελένη ενσάρκωσε μια ηθοποιός με “βόρεια” ομορφιά (η Νταϊάν Κρούγκερ στην ταινία Τροία του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν), κάτι που δεν αντιστοιχεί βέβαια με τον τύπο της μεσογειακής ομορφιάς».
Η σχέση μας με το παρελθόν
Παράλληλα, σύμφωνα με την κ. Μακρυγιάννη, «η σχέση μας με το παρελθόν έχει πολλές και, σε μεγάλο βαθμό, αντιφατικές πλευρές. Δεν έχουμε καταφέρει να φέρουμε σε ισορροπία τις αντιλήψεις μας (ή μερικές φορές και τις φαντασιώσεις μας) για την ιστορία και τον μύθο με τη σημερινή μας κατάσταση. Κάποτε ο αρχαίος κόσμος και η ιστορία μας χρησιμοποιούνται, ορισμένες φορές εκ του πονηρού, ως επιχειρήματα για την (πραγματική ή υποτιθέμενη) ανωτερότητά μας και για τον (πραγματικό ή υποτιθέμενο) διωγμό που υφιστάμεθα από κάποιους φθονερούς και ύπουλους εχθρούς».
Με άλλα λόγια, «δεν έχουμε καταφέρει να υποδεχθούμε τον αρχαίο κόσμο και διαχρονικά την ιστορία μας ως κάτι που, ναι, μπορεί να μας κάνει ως ένα βαθμό υπερήφανους, αλλά, εάν δεν τα εντάξουμε σε μια ώριμη και δημιουργική πορεία προς τα εμπρός, θα μένουμε πάντα μέσα σ΄ αυτή την ανώφελη και νηπιακή “ικανοποίηση” για το ένδοξό μας παρελθόν και για τον φθόνο των άλλων, χωρίς ουσιαστικά και ψύχραιμα κριτήρια, χωρίς την απαραίτητη αυτογνωσία για την τωρινή θέση μας στον κόσμο και χωρίς τη δυνατότητα για πραγματική ουσιαστική πρόοδο για μας τους ίδιους και για τις μελλοντικές γενιές».
Παρόλα αυτά, η κ. Μακρυγιάννη, εύχεται η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν «να ωθήσει πολλούς να διαβάσουν ξανά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και τους νεότερους να γνωρίσουν τα σπουδαία αυτά έπη, να διαπιστώσουν τον ρόλο που έχει και η Ελένη σε αυτά, και να δουν με τα δικά τους μάτια, δηλαδή να φανταστούν, την Ελένη των ίδιων των ομηρικών επών, μαζί με όλους τους άλλους ήρωες και τις ηρωίδες στα επεισόδια που συνοδεύουν ηρωική/επική ζωή τους, και μετά να τη συγκρίνουν με όλες τις άλλες μορφές στους κόσμους που συνθέτουν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες».


