Οι ασθενείς με συμπαγείς και αιματολογικές νεοπλασίες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων λόγω τόσο του υποκείμενου νοσήματος όσο και της αντικαρκινικής θεραπείας. Ο εμβολιασμός αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την πρόληψη λοιμώξεων και η χορήγησή του πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς. Οι παρακάτω συστάσεις έχουν συνταχθεί από εξειδικευμένους ιατρούς της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα, υπό τον συγγραφέα αυτού του άρθρου.
Ο ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός συνιστάται για όλους τους ασθενείς. Τα άτομα άνω των 65 ετών μπορούν να επιλέξουν ενισχυμένα τετραδύναμα αδρανοποιημένα εμβόλια, όπως το QIV-HD (υψηλής δόσης) ή το aQIV (με ανοσοενισχυτικό). Για τους ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα προτείνεται η χορήγηση δύο δόσεων με μεσοδιάστημα ενός μήνα, σύμφωνα με τις οδηγίες της Παγκόσμιας Ομάδας Μελέτης του Πολλαπλού Μυελώματος. Σε όσους έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, η πρώτη δόση συνιστάται 3 έως 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
Το εμβόλιο κατά του Αναπνευστικού Συγκυτιακού Ιού (RSV) συστήνεται σε ηλικίες 75 ετών και άνω, καθώς και σε άτομα 60-74 ετών με αυξημένο κίνδυνο, όπως ανοσοκαταστολή. Για ασθενείς μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συνιστάται μία δόση τρεις μήνες μετά τη διαδικασία.
Όσον αφορά τον πνευμονιόκοκκο, συστήνεται μία δόση PCV20. Εάν προηγουμένως έχει γίνει εμβολιασμός με PCV13 και PPSV23, η χορήγηση PCV20 γίνεται τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την τελευταία δόση. Σε περίπτωση προηγούμενης χορήγησης μόνο του PCV13 ή PPSV23, η PCV20 δίνεται ένα χρόνο αργότερα. Αν δεν έχει προηγηθεί κανένας εμβολιασμός, χορηγείται απευθείας μία δόση PCV20. Για ασθενείς μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, συνιστώνται τρεις δόσεις PCV20 σε μεσοδιάστημα 1-2 μηνών, ξεκινώντας 3-6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση, και μια τέταρτη δόση τουλάχιστον έξι μήνες μετά την τρίτη ή 12 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
Ο αναμνηστικός εμβολιασμός για τον SARS–CoV-2 (COVID-19) συνιστάται τουλάχιστον τρεις μήνες μετά την τελευταία δόση ή νόσηση, ιδιαίτερα σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω ή σε ανοσοκατεσταλμένους. Για ασθενείς μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων προτείνεται τριπλό σχήμα από τον τρίτο μήνα μετά τη μεταμόσχευση. Το εμβόλιο COVID-19 μπορεί να συγχορηγηθεί με το αντιγριπικό.
Για τον έρπητα ζωστήρα, συνιστώνται δύο δόσεις του ανασυνδυασμένου εμβολίου σε ηλικίες 60 ετών και άνω για ανοσοεπαρκείς, με μεσοδιάστημα 2-6 μηνών. Σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω, η δεύτερη δόση χορηγείται 1-2 μήνες μετά την πρώτη. Το RZV μπορεί να χορηγηθεί ένα χρόνο μετά από νόσηση και πέντε χρόνια μετά από προηγούμενο εμβολιασμό με ζώντα εξασθενημένο ιό (ZVL). Σε μεταμοσχευμένους, συστήνονται δύο δόσεις με μεσοδιάστημα 1-2 μηνών ξεκινώντας στους έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Η διακοπή προφυλακτικής αντι-ιικής αγωγής πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.
Στους ασθενείς μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, για τον μηνιγγιτιδόκοκκο συνιστώνται δύο δόσεις MenB και 2-3 δόσεις MenACWY με μεσοδιάστημα δύο μηνών.
Για τον αιμόφιλο της γρίπης (Hib), συνιστώνται τρεις δόσεις σε μεσοδιάστημα 1-2 μηνών, ξεκινώντας έξι μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων. Σε άλλα ανοσοκατεσταλμένα άτομα, αρκεί μία δόση εφόσον δεν έχει προηγηθεί εμβολιασμός.
Ο εμβολιασμός για ηπατίτιδα Β (HepB) περιλαμβάνει τρεις δόσεις για επίνοσους ενήλικες που δεν έχουν εμβολιαστεί στην παιδική ηλικία και ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου ή έξι μήνες μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων με έλεγχο αντισωμάτων. Η ηπατίτιδα Α απαιτεί δύο δόσεις σε άτομα με παράγοντες κινδύνου.
Το εμβόλιο HPV9 κατά του Ιού των Ανθρωπίνων Θηλωμάτων (HPV) συνιστάται σε ανεμβολίαστους άνδρες και γυναίκες ηλικίας 18–45 ετών με κακοήθη νεοπλάσματα ή ανοσοκαταστολή, καθώς και σε γυναίκες που υποβάλλονται σε κωνοειδή εκτομή λόγω CIN2+. Η βασική σύσταση είναι η χορήγηση δύο δόσεων με μεσοδιάστημα έξι μηνών. Σε άτομα με HIV λοίμωξη ή άλλη μορφή ανοσοκαταστολής απαιτείται τριπλό σχήμα, στις 0, 1–2 και 6 μήνες, ενώ για μεταμοσχευμένους ασθενείς το ίδιο σχήμα ξεκινά έξι μήνες μετά τη μεταμόσχευση.
Ο εμβολιασμός για τέτανο, διφθερίτιδα και κοκκύτη περιλαμβάνει μία δόση Tdap σε ανεμβολίαστους και επαναληπτική δόση Td ή Tdap κάθε δέκα χρόνια. Μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, προτείνονται τρεις δόσεις DTap ξεκινώντας έξι μήνες μετά.
Ασθενείς που γεννήθηκαν μετά το 1970 πρέπει να εμβολιαστούν με δύο δόσεις του εμβόλιο MMR (ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας) εκτός εάν υπάρχει τεκμηριωμένο ιστορικό νόσησης ή ιατρική αντένδειξη. Σε κακοήθειες, ο εμβολιασμός ολοκληρώνεται πριν από την ανοσοκατασταλτική θεραπεία, ενώ μετά από μεταμόσχευση η ανάγκη ανοσοποίησης αξιολογείται μετά από δύο έτη.
Όλοι οι ενήλικες που γεννήθηκαν μετά το 1990 και δεν έχουν αποδεδειγμένη ανοσία στην ανεμοβλογιά πρέπει να λάβουν δύο δόσεις, εκτός αν υπάρχει αντένδειξη. Σε κακοήθειες, ο εμβολιασμός πρέπει να ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ανοσοκαταστολής, ενώ μετά από μεταμόσχευση η ανάγκη ανοσοποίησης αξιολογείται μετά δύο έτη.
Τέλος οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν τρεις δόσεις του αδρανοποιημένου εμβολίου πολιομυελίτιδας (IPV) μετά τους έξι μήνες.


