Έρευνες από τη δεκαετία του 1990 έδειξαν ότι τα παιδιά που απορρίπτονταν από τους συνομηλίκους τους συχνά ανήκαν σε δύο διαφορετικούς τύπους: είτε ήταν επιθετικά και εκφοβιστικά είτε υπερβολικά υποχωρητικά. Και οι δύο ομάδες, όμως, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δυσκολεύονταν να δεχθούν ένα αστείο και ερμήνευαν το πείραγμα ως προσβολή. Αντίθετα, τα παιδιά με μεγαλύτερη κοινωνική αυτοπεποίθηση μπορούσαν να αγνοήσουν ή ακόμη και να διασκεδάσουν με το πείραγμα.
Η ικανότητα να γελάμε με τον εαυτό μας φαίνεται ότι επηρεάζει τη ζωή μας από μικρή ηλικία. Γενικότερα, η αίσθηση του χιούμορ συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία, καλύτερες σχέσεις και μεγαλύτερη ευημερία. Ωστόσο, για πολλά χρόνια υπήρχε διαφωνία σχετικά με το αν το να αυτοσαρκαζόμαστε είναι πραγματικά ωφέλιμο.
Οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας αντιμετώπιζαν το χιούμορ με επιφύλαξη. Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι το γέλιο προέρχεται κυρίως από το αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στους άλλους, ενώ ο Τόμας Χομπς πίστευε ότι μπορούμε να γελάσουμε με τον εαυτό μας κυρίως όταν κοιτάζουμε πίσω σε παλαιότερες ανοησίες μας και συνειδητοποιούμε πόσο έχουμε εξελιχθεί. Αργότερα, η θεωρία της «ασυμφωνίας» υποστήριξε ότι το χιούμορ συχνά γεννιέται από το απροσδόκητο και την παραβίαση των κοινωνικών προσδοκιών.
Παιδιά και χιούμορ
Σύγχρονες έρευνες απέδειξαν ότι είναι πράγματι δυνατό να γελάμε με τον εαυτό μας. Σε ένα πείραμα, άνθρωποι είδαν παραμορφωμένες εικόνες του προσώπου τους: το 80% χαμογέλασε και το 40% γέλασε δυνατά. Ωστόσο, για ορισμένους ανθρώπους αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Οι λεγόμενοι «γελωτοφοβικοί» έχουν έντονο φόβο μήπως οι άλλοι γελούν εις βάρος τους και μπορεί να ερμηνεύουν ακόμη και ένα απλό χαμόγελο ως κοροϊδία. Αυτή η στάση συνδέεται με αυστηρή ανατροφή, τραυματικές εμπειρίες πειράγματος ή εκφοβισμού και, σύμφωνα με ορισμένες έρευνες, με άλλους παράγοντες όπως ο αυτισμός. Η γελωτοφοβία έχει συσχετιστεί με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, μοναξιά και δυσκολίες στις σχέσεις.
Αντίθετα, η παιχνιδιάρικη στάση απέναντι στη ζωή συνδέεται με υψηλότερη αυτοεκτίμηση και καλύτερες σχέσεις. Η ψυχολογία διακρίνει διαφορετικά είδη χιούμορ, όπως το κοινωνικό, το ενισχυτικό της προσωπικότητας, το επιθετικό και το αυτοϋποτιμητικό. Αρχικά, το αυτοϋποτιμητικό χιούμορ θεωρήθηκε κυρίως αρνητικό, καθώς συνδεόταν με ανασφάλεια και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Νεότερες έρευνες, όμως, δείχνουν ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη.
Ο αυτοσαρκασμός
Ο αυτοσαρκασμός δεν είναι απαραίτητα επιβλαβής. Μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος αντιμετώπισης των δυσκολιών και ως μέσο σύνδεσης με τους άλλους. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αποτελεί το μοναδικό είδος χιούμορ που χρησιμοποιεί κάποιος ή όταν πηγάζει από αυτομίσος και πικρία. Η διαφορά ανάμεσα στον υγιή αυτοσαρκασμό και την αυτοκαταστροφική αυτοϋποτίμηση φαίνεται να βρίσκεται κυρίως στην υπερβολή, στο κίνητρο και στο συναισθηματικό υπόβαθρο.
Το να γελάμε με τα λάθη και τις αδυναμίες μας μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Παράλληλα, στις κοινωνικές σχέσεις, ο ήπιος αυτοσαρκασμός μπορεί να μας κάνει να φαινόμαστε πιο προσιτοί, θερμοί και ανθρώπινοι.
Η ανάπτυξη αυτής της ικανότητας απαιτεί ασφάλεια και αποδοχή του εαυτού μας. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με μικρές αδυναμίες και να καλλιεργήσουμε σταδιακά μια πιο παιχνιδιάρικη στάση απέναντι στην καθημερινότητα. Ακόμη και απλές πρακτικές, όπως η καταγραφή των πιο αστείων ή παιχνιδιάρικων στιγμών της ημέρας, μπορούν να ενισχύσουν αυτή τη διάθεση.
Τελικά, το να γελάμε με τον εαυτό μας δεν σημαίνει να μειώνουμε την αξία μας. Σημαίνει να αποδεχόμαστε την ανθρώπινη ατέλεια, να διατηρούμε απόσταση από τις δυσκολίες και να βλέπουμε τη ζωή με περισσότερη ελαφρότητα και ευελιξία.


