Το παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ), γνωστό και ως «μίνι εγκεφαλικό», συμβαίνει όταν η ροή του αίματος σε ένα τμήμα του εγκεφάλου διακόπτεται προσωρινά, προκαλώντας συμπτώματα παρόμοια με εκείνα ενός εγκεφαλικού επεισοδίου. Αν και τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν γρήγορα, το ΠΙΕ αποτελεί επείγον ιατρικό περιστατικό, καθώς μπορεί να αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι ενός επερχόμενου μεγαλύτερου εγκεφαλικού.
Νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Neurology της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, εξετάζει μια λιγότερο μελετημένη πτυχή: Τον κίνδυνο άνοιας μετά από ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα υγείας 20 ετών και διαπίστωσαν ότι τα άτομα που είχαν υποστεί ΠΙΕ παρουσίαζαν αυξημένο μακροπρόθεσμο κίνδυνο να διαγνωστούν με άνοια.
Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι περίπου 240.000 άνθρωποι παθαίνουν ΠΙΕ κάθε χρόνο. Τα συμπτώματα μοιάζουν με εκείνα του εγκεφαλικού και μπορεί να περιλαμβάνουν:
- ξαφνική αδυναμία ή μούδιασμα στη μία πλευρά του σώματος,
- ζάλη,
- έντονο πονοκέφαλο χωρίς προφανή αιτία,
- δυσκολία στην ομιλία,
- διαταραχές στην όραση.
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στο ΠΙΕ τα συμπτώματα υποχωρούν, επειδή η διακοπή της εγκεφαλικής αιμάτωσης είναι προσωρινή. Ωστόσο, η εξαφάνισή τους δεν σημαίνει ότι το περιστατικό μπορεί να αγνοηθεί.
Η ερευνητική ομάδα μελέτησε περισσότερους από 110.000 ανθρώπους που είχαν υποστεί για πρώτη φορά ΠΙΕ. Η μέση ηλικία τους ήταν περίπου 70 έτη και σχεδόν οι μισοί ήταν γυναίκες. Κανένας δεν είχε προηγούμενο ιστορικό εγκεφαλικού ή άνοιας.
Για κάθε άτομο με ΠΙΕ επιλέχθηκε ένας αντίστοιχος άνθρωπος από τον γενικό πληθυσμό, χωρίς ιστορικό ΠΙΕή εγκεφαλικού, ώστε να γίνουν συγκρίσεις.
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, το 19,3% των ανθρώπων που είχαν υποστεί ΠΙΕ διαγνώστηκε με άνοια, έναντι 15,2% όσων δεν είχαν ιστορικό ΠΙΕ ή εγκεφαλικού.
Αφού οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες υγείας και δημογραφικά χαρακτηριστικά, το ΠΙΕ συνδέθηκε με 34% υψηλότερο συνολικό κίνδυνο άνοιας. Ο κίνδυνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος κατά τον πρώτο χρόνο, φτάνοντας το 75%, και παρέμεινε αυξημένος καθ’ όλη τη διάρκεια της 20ετούς παρακολούθησης.
Η ιδιαίτερα αυξημένη πιθανότητα τον πρώτο χρόνο μπορεί εν μέρει να οφείλεται στην πιο συχνή ιατρική παρακολούθηση μετά το επεισόδιο. Ωστόσο, το σημαντικό εύρημα είναι ότι ο αυξημένος κίνδυνος δεν εξαφανίστηκε μετά την αρχική περίοδο, αλλά παρέμεινε μακροπρόθεσμα.
Οι ερευνητές συνέκριναν επίσης περίπου 100.000 ανθρώπους που είχαν υποστεί ΠΙΕ με άτομα που είχαν πάθει για πρώτη φορά εγκεφαλικό.
Κατά τον πρώτο χρόνο, όσοι είχαν ΠΙΕ παρουσίαζαν 33% μικρότερο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με όσους είχαν υποστεί εγκεφαλικό. Η διαφορά όμως σταδιακά μειώθηκε και, μετά από περίπου πέντε χρόνια, οι δύο ομάδες εμφάνιζαν παρόμοια ποσοστά νέων διαγνώσεων άνοιας.
Στα άτομα με ιστορικό ΠΙΕ, η άνοια εμφανίστηκε περίπου τρεις φορές συχνότερα από ένα επόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο. Ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τα εγκεφαλικά που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, η σχέση μεταξύ ΠΙΕ και άνοιας παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό.
Η μελέτη είναι παρατηρησιακή και, επομένως, δεν αποδεικνύει ότι το ΠΙΕ προκαλεί άνοια. Οι ερευνητές δεν διέθεταν επίσης λεπτομερείς απεικονίσεις του εγκεφάλου ή συστηματικές γνωστικές δοκιμασίες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσδιορίσουν ποιοι τύποι άνοιας εμφανίστηκαν.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο αυξημένος κίνδυνος δεν σημαίνει πως η άνοια είναι αναπόφευκτη. Οι περισσότεροι άνθρωποι που συμμετείχαν στη μελέτη δεν εμφάνισαν άνοια.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι το ΠΙΕ μπορεί να αποτελεί ένδειξη υποκείμενης αγγειακής ή εγκεφαλικής νόσου, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο τόσο για αγγειακά επεισόδια όσο και για γνωστική έκπτωση.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η φροντίδα μετά από ένα ΠΙΕ ίσως χρειάζεται να περιλαμβάνει όχι μόνο την πρόληψη ενός νέου εγκεφαλικού, αλλά και μακροπρόθεσμη παρακολούθηση της γνωστικής υγείας.
Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο δεν πρέπει να θεωρείται ασήμαντο μόνο και μόνο επειδή τα συμπτώματα εξαφανίστηκαν. Αποτελεί πιθανό σημάδι ευρύτερων αγγειακών και εγκεφαλικών κινδύνων που χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση και παρακολούθηση.


