Κατάσταση «κόκκινου συναγερμού» κηρύσσεται τις επόμενες ώρες για την Πάτμο και τη Λέρο λόγω της λειψυδρίας, ενώ, έως την Παρασκευή σειρά θα έχει πάρει και η Αττική.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, στο ΔΣ της ΡΑΑΕΥ αύριο το θέμα της λειψυδρίας στην Αττική.
Η κήρυξη έκτακτης ανάγκης στηρίζεται στα τελευταία υδρολογικά δεδομένα και σε επιστημονική τεκμηρίωση. Μία τέτοια σχετική απόφαση οδηγεί σε επιτάχυνση των διαδικασιών, των μελετών και της υλοποίησης των έργων και όχι σε έκτακτα μέτρα για τους πολίτες.
Σύμφωνα με τις επίσημες μετρήσεις της ΕΥΔΑΠ, στα τέλη του περασμένου Οκτωβρίου, τα αποθέματα στον Μόρνο ανέρχονταν σε μόλις 152.909.000 κυβικά μέτρα νερού. Πρόκειται για τη χαμηλότερη τιμή της τελευταίας 15ετίας για τη συγκεκριμένη εποχή, καταγράφοντας πτώση σχεδόν 45% σε σχέση με περίπου την ίδια περίοδο πέρυσι (285.021.000 m³ στις 23/10/2024).
Μειωμένη κατά 44% η έκταση της λίμνης του Μόρνου
Την κρισιμότητα της κατάστασης επιβεβαιώνουν και τα επιστημονικά δεδομένα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Δορυφορική ανάλυση που πραγματοποίησε η υπηρεσία Meteo.gr στις 9 Οκτωβρίου 2025 έδειξε ότι η έκταση της λίμνης έχει συρρικνωθεί στα 8.3 τετραγωνικά χιλιόμετρα, τιμή μειωμένη κατά 44% σε σχέση με τη μέση τιμή της περιόδου 2016-2024 (14.9 km²).
Την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης μείωσης της στάθμης και έκτασης του Μόρνου, του βασικού ταμιευτήρα ύδρευσης της Αττικής επιχείρησε να δώσει νωρίτερα τον Νοέμβριο η κυβέρνηση, ανακοινώνοντας το σχέδιό της για την καταπολέμηση της λειψυδρίας. Ένα σχέδιο που περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα έργα, στοχεύοντας στην υδατική θωράκιση της Αττικής για τα επόμενα 30 χρόνια.
Σύμφωνα με όσα ανέφεραν ειδικοί στο iEidiseis, τα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, εντούτοις απαιτείται μεταξύ άλλων, η άμεση εκπόνηση και κατασκευή έργων υποδομής, που εδώ και δεκαετίες δεν ολοκληρώνονται στο σύνολο της χώρας. Άλλωστε, όπως σημείωσαν, το μεγαλύτερο πρόβλημα σε ότι αφορά τη λειψυδρία, αφορά το νερό που δαπανάται στη γεωργία. Ένα ζήτημα στο οποίο έως σήμερα, δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική παρέμβαση.
«Οι πολίτες δεν έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης»
Ο Βασίλης Ζόραπας, προϊστάμενος του τμήματος Υδρογεωλογίας και Υδρολογίας της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), ανέφερε στο iEidiseis πως τα έργα που ανακοινώθηκαν, «φαίνεται να είναι στη σωστή κατεύθυνση, με την έννοια ότι υπάρχει κλιμάκωση. Δηλαδή, υπάρχουν έργα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα».
Για παράδειγμα, «στα άμεσα έργα, συγκαταλέγεται η επαναλειτουργία γεωτρήσεων στην περιοχή του δυτικού Κηφισού και της βορειοανατολικής Πάρνηθας. Αυτό είχε γίνει και τη δεκαετία του 1990 και είχε σώσει την Αθήνα στην τότε εποχή της λειψυδρίας».
Αυτό που θα πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι «η ενημέρωση των πολιτών, που δεν έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, ώστε να παρατείνουμε την επάρκεια των ποσοτήτων νερού στους ταμιευτήρες».
«60%-70% οι απώλειες σε ορισμένες περιοχές»
Σημαντικό ζήτημα είναι επίσης, «ότι η λογική της ορθής διαχείρισης, επιτάσσει την αποκατάσταση των βλαβών του δικτύου. Στην Αθήνα, η ΕΥΔΑΠ λέει ότι οι απώλειες είναι 25%-30%, αλλά μπορεί να είναι και παραπάνω. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, φτάνουν το 60%-70%».
Στο ερώτημα πόσο αντέχει η Αττική, δεδομένου ότι έργα όπως η μερική εκτροπή των ποταμών Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη προς τον ποταμό Εύηνο, έχουν ορίζοντα ολοκλήρωσης το πρώτο εξάμηνο του 2029, ο κ. Ζόραπας ανέφερε πως «αν στο ενδιάμεσο στάδιο έχουν μπει οι αφαλατώσεις, θα βοηθήσουν το υδροδοτικό σύστημα».
Άλλωστε, «ευελπιστούν ότι αυτές οι κλιματικές συνθήκες, δεν θα παραταθούν για πολύ ακόμη. Αν συνεχιστούν τα επόμενα 4-5 χρόνια, ή κατάσταση θα είναι εφιαλτική. Τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι σημειώνονται κύκλοι, όπου μειώνονται ή αυξάνονται τα ύψη βροχής. Αυτό που μας ανησυχεί, είναι ότι όταν αυτά τα φαινόμενα θα επανέρχονται, θα είναι πιο έντονα, επομένως, πρέπει να είμαστε κάποια βήματα μπροστά».
«Δεν έχει άλλη λύση η Αθήνα»
Πάντως, σε ότι αφορά την Αττική, «υπάρχει πολύ μεγάλος πληθυσμός και η ημερήσια κατανάλωση νερού ξεπερνάει το 1 εκατομμύριο κ.μ. νερού. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα. Οι γεωτρήσεις μπορούν να δώσουν το 30% της ημερήσιας κατανάλωσης. Η εκτροπή από τους παραπόταμους του Αχελώου είναι περιβαλλοντικά λανθασμένη, επειδή διαταράσσει την ισορροπία σε μια λεκάνη. Όμως, η Αθήνα δεν έχει άλλον τρόπο αυτή τη στιγμή να λύσει το πρόβλημα της ύδρευσης, έστω για ένα διάστημα 20-30 ετών».
Σύμφωνα με τον κ. Ζόραπα, η λειψυδρία φέρνει σήμερα στο προσκήνιο «ζητήματα κακοδιαχείρισης και κακού σχεδιασμού. Μέχρι τώρα, δεν έχει γίνει τίποτα ουσιαστικό».
Σε ότι αφορά την υπόλοιπη Ελλάδα, ο ίδιος ανέφερε πως «πέρα από τα νησιά, που είναι η κλασσική περίπτωση λειψυδρίας, επειδή τα υπόγεια υδατικά συστήματα και οι βροχοπτώσεις είναι πολύ περιορισμένες, πρόβλημα υπάρχει στην ανατολική Πελοπόννησο, την ανατολική Στερεά, την Κρήτη και τη Χαλκιδική. Η Δυτική Ελλάδα έχει πιο πλούσιο υδατικό δυναμικό, επειδή η Πίνδος συγκρατεί τις βροχοπτώσεις στα δυτικά της. Στο ανατολικό τμήμα άλλωστε υπάρχει και μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού και ανάπτυξη».
«Το 85%-86% του νερού σπαταλιέται στην άρδευση»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο iEidiseis ο Γρηγόρης Κωνσταντέλος, δήμαρχος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης και Α’ αντιπρόεδρος της ΚΕΔΕ, το βασικό ζήτημα είναι ότι «το 85%-86% του νερού που χρησιμοποιούμε, σπαταλιέται στην άρδευση. Τώρα πάμε να λύσουμε το ζήτημα της ύδρευσης, εντούτοις, για την άρδευση έχουμε κάνει πολύ λίγα πράγματα».
Όπως σχολίασε, όπου υπάρχουν κάμποι, «τα συστήματα είναι πολύ παλαιά κι έχουμε μεγάλες απώλειες. Δεν υπάρχει στάγδην άρδευση, που γίνεται πάνω και κοντά στην κάθε καλλιέργεια, αλλά με τα υδροβόλα ρίχνουν παντού νερό. Στην Ολλανδία όμως, η τριπλάσια αγροτική παραγωγή, γίνεται με το 20% του νερού που εμείς δαπανούμε».
Ακόμη και στον Θεσσαλικό κάμπο, «οι γεωτρήσεις πριν 10 χρόνια ήταν στα 80-120 μέτρα και τώρα έχουν φτάσει στα 250-300 μέτρα. Έχει κατέβει ο υδροφόρος ορίζοντας».
Δίκτυο δευτερογενούς νερού
Παράλληλα, στην Ελλάδα, «δεν υπάρχει δίκτυο δευτερογενούς νερού. Αυτό το νερό δεν προορίζεται για χρήση από τον άνθρωπο. Είναι νερό από βιολογικούς καθαρισμούς, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άρδευση, βιολογικές καλλιέργειες, ακόμη και καθαρισμούς ή πυρόσβεση. Η Ψυττάλεια παράγει ως δευτερογενές νερό, περίπου το μισό της κατανάλωσης ύδατος στο Λεκανοπέδιο, όμως δεν υπάρχει δίκτυο να το αξιοποιήσει».
Πλέον, η ΕΥΔΑΠ «μπαίνει σε μια πιλοτική λογική, όπου ψάχνει δεξαμενές, οι οποίες θα μετατρέπουν αυτό το ακάθαρτο νερό σε δευτερογενές ύδωρ. Στη Βάρη-Βούλα-Βουλιαγμένη, σχεδιάζουμε να γίνουν δύο τέτοιες δεξαμενές κοντά στα αντλιοστάσια που συμπιέζουν τα λύματα και τα όμβρια».
Απώλειες
Σημαντικό ζήτημα είναι και το δίκτυο «που υπάρχει από την ΟΥΛΕΝ και είναι πολύ παλιό. Οι κεντρικοί αγωγοί φτάνουν το 1 εκατομμύριο μέτρα. Εκεί είναι οι μεγαλύτερες διαρροές. Όταν σπάσουν αυτοί οι αγωγοί, οι απώλειες είναι δεκάδες κυβικά το δευτερόλεπτο. Υπάρχει πρότζεκτ, όπου σε 5 χρόνια θα αντικατασταθούν οι μεγάλοι και μεσαίοι αγωγοί, όχι όμως και τα τοπικά δίκτυα ύδρευσης, πολλά εκ των οποίων συνεχίζουν να έχουν σωλήνες αμίαντου».
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η ΕΥΔΑΠ, «δεν έχει πλέον δικά της τεχνικά συνεργεία, αλλά ιδιωτικά. Τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες, υπάρχουν μόλις δύο συνεργεία για μια πόλη 5 εκατομμυρίων κατοίκων».


