Καθηλωτική ήταν η αγόρευση του εισαγγελέα της έδρας κατά τη διάρκεια της δίκης για την τραγική υπόθεση του θανάτου του 11χρονου Μάριου Σουλούκου, ο οποίος έχασε τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα τον Ιούνιο του 2017 στο Μενίδι. Απευθυνόμενος στο δικαστήριο, ο Αντώνης Κασάπης ζήτησε την καταδίκη του ενός εκ των δύο κατηγορουμένων, αναδεικνύοντας παράλληλα τις βαθύτερες παθογένειες της κοινωνίας, χρησιμοποιώντας μάλιστα αναφορές στον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη.
Προκαλώντας έντονη συγκίνηση στο ακροατήριο και στους γονείς του αδικοχαμένου μαθητή, ο εισαγγελικός λειτουργός διερωτήθηκε με νόημα: «Δεν ξέρω τι πρέπει να περιμένει μια κοινωνία, όταν τα παιδιά της δολοφονούνται σε μία σχολική εορτή εν καιρώ ειρήνης».
Καταπέλτης ήταν η στάση του απέναντι στους δύο Ρομά που κάθονται στο εδώλιο, συνδέοντας την πράξη τους με την έλλειψη κουλτούρας. «Η συμπεριφορά είναι έλλειψη παιδείας αλλά και μια ανασφάλεια. Η μειονεξία στο μυαλό κραδαίνει το όπλο», ανέφερε χαρακτηριστικά. Προκειμένου να αναδείξει πώς η βία υποκαθιστά τον πολιτισμό σε άτομα με τέτοια μειονεξία, επιστράτευσε μια αλληγορία, τονίζοντας πως: «Αυτός που γεμίζει την πίστα με σπασμένα πιάτα είναι αυτός που δεν ξέρει να χορεύει». Παράλληλα, καταδίκασε απερίφραστα το φαινόμενο, περιγράφοντας ως «μέγιστη ανανδρία την οπλοχρησία εκτός νόμιμης χρήσης», υπογραμμίζοντας ότι είναι μια κατάσταση «που πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει».
Σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, ο κ. Κασάπης περιέγραψε την τραγωδία ως ξεκάθαρη αποτυχία της ελληνικής πολιτείας, κατακρίνοντας την αδυναμία της να πατάξει τέτοια επαναλαμβανόμενα φαινόμενα. Όπως δήλωσε με έμφαση: «Το γεγονός ότι ένα παιδί που σκοτώθηκε άδικα και γι’αυτό ένας άνθρωπος πρέπει να πάει φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής του, δεν είναι χειροκροτήματα και πανηγυρισμούς, είναι απόδειξη αποτυχίας όλης της κοινωνίας, οπότε θέλει περίσκεψη».
Ζητώντας από τους δικαστές να νιώσουν τον πόνο της οικογένειας και τον απόλυτο τρόμο που εκτυλίχθηκε στο προαύλιο του 6ου δημοτικού σχολείου, περιέγραψε τη σκηνή λέγοντας: «Θα πρέπει να βάλετε τον εαυτό σας στη θέση του τι συνέβαινε σε εκείνο το σχολείο, είναι ένα θεατρικό, είναι γονείς, είναι παιδιά, είναι όλοι χαρούμενοι και ξαφνικά ένα παιδί πέφτει και τρέχει αίμα και κανείς δε μπορεί να το σταματήσει». Παράλληλα, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για μάρτυρες που, υπό το καθεστώς φόβου, απέφυγαν να καταδείξουν τους υπευθύνους των πυροβολισμών.
Στο δια ταύτα της αγόρευσής του, ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του πρώτου κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Η τοποθέτησή του ήταν απόλυτη: «Ο κατηγορούμενος πυροβολούσε σε όλες τις κατευθύνσεις, αδιαφορώντας ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο. Ξέρει ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο και το αποδέχεται. Πυροβολούσε αδιακρίτως. Τα στοιχεία οδηγούν χωρίς αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας μη ανευρεθέν όπλο πυροβόλησε προς διάφορες κατευθύνσεις με πυροβόλο όπλο αποδεχόμενος ότι μπορούσε να σκοτώσει. Θα πρέπει να μην του αναγνωριστεί καμία ελαφρυντική πράξη γιατί δεν έδειξε καμία μεταμέλεια, δε σέβεται έννομη τάξη και τα έννομα αγαθά, δεν έδειξε καμία καλή συμπεριφορά μετά την πράξη».
Αντίθετα, για τον δεύτερο κατηγορούμενο εισηγήθηκε την απαλλαγή από την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας (με ενδεχόμενο δόλο), καθώς το όπλο που κρατούσε κρίθηκε πως δεν ήταν ικανό να επιφέρει τον θάνατο.


