Η Μαίρη Λίντα που έφυγε σήμερα, Τετάρτη 22 Ιουλίου, από τη ζωή δεν ήταν απλά μια μεγάλη φωνή . Ήταν η ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού στην μεταπολεμική εποχή, μια πολυσχιδής καλλιτέχνις που στο πρόσωπό της συναντήθηκαν η λαϊκή παράδοση, η «ξένη» επιρροή και το έντεχνο τραγούδι που ανέτειλε. Μια ιστορία πείσματος και αντοχής, κόντρα στις αναποδιές της ζωής και τις αντιστάσεις μιας κοινωνίας που πάλευε να επουλώσει τις πληγές της.
Το παιδί – θαύμα
Η Μαίρη Λίντα γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1935 στον Πύργο Ηλείας. Το πιστοποιητικό γέννησης την ανέφερε με το όνομα Μαρία Δημητροπούλου, ένα όνομα που τα επόμενα χρόνια πέρασε στη λήθη.
Η συνέχεια γράφτηκε στον Κολωνό της δεκαετίας του ’40. Η νεαρή Μαίρη Λίντα, «θύμα» της εσωτερικής μετανάστευσης, βρήκε αντίδοτο στη φτώχια και στις κακουχίες στην μουσική. Στην αυλή όπου ζούσε η οικογένειά της, μαζί με άλλες οικογένειες, εκείνη τραγουδούσε και χόρευε. Οικογενειακές συγκεντρώσεις, σχολικές γιορτές, δεν άφηνε ποτέ ευκαιρία να ξεδιπλώσει τα ταλέντα της.
Η πρώτη φορά που ανέβηκε στη σκηνή ήταν στο Θέατρο Αλκαζάρ σε διαγωνισμό ταλέντων που διοργάνωνε ο Ορέστης Λάσκος. Ο Λάσκος μαγεύτηκε από τη φωνή και της πρότεινε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Μάλιστα ήταν ο άνθρωπος που τη «βάφτισε» Μαίρη Λίντα, από το «Δημητροπούλου» κρίθηκε ακατάλληλο για καλλιτέχνιδα.
Και κάπως η ζωή της μικρής Μαίρης μπήκε σε τροχιά εκτόξευσης. Εμφανίσεις σε αναψυκτήρια, ταβέρνες και βαριετέ, εκεί όπου διασκέδαζε η Ελλάδα του μεροκάματου, περιοδείες σε όλη την Ελλάδα δίπλα σε διάσημα ονόματα της εποχής. Όπου και αν εμφανίζονταν, η φωνή της, η χορευτική της δεινότητα και η έμφυτη τσαχπινιά της «έσβηναν» τους πάντες γύρω της.
Σύντομα η φήμη της ως το παιδί – θαύμα με την κρυστάλλινη φωνή έφτασε σε όλη την Ελλάδα.
Η συνάντηση με τον Μανώλη Χιώτη
Το πρώτο της τραγούδι, το «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη, κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Όμως, το επόμενο μεγάλο βήμα το οφείλει στον Μανώλη Χιώτη.
Ήταν μόλις 12 χρονών όταν ο δρόμος της την έφερε στην «αυλή» του 24χρονου τότε δεξιοτέχνη του μπουζουκιού. Στο πρόσωπό της εκείνος βρήκε τη φωνή του, την γυναίκα που θα έδινε ζωή και υπόσταση στο όραμά του, έναν συγκερασμό της ρεμπέτικης παράδοσης με τις ξένες επιρροές της εποχής. Η συνάντησή τους αποδείχθηκε μοιραία. Η ίδια εξομολογήθηκε πριν από πολλά χρόνια τα λόγια του Χιώτη στα πρώτα βήματά της συνεργασίας τους. «Μικρή, όταν μεγαλώσεις και με φτάσεις στον ώμο, τότε θα σε παντρευτώ».
Και η «απειλή» του Χιώτη έγινε πραγματικότητα. Τους πάντρεψε το 1958 η Ρένα Βλαχοπούλου. Όμως οι δυο τους ήταν ήδη ζευγάρι στα μάτια του κοινού. Η χημεία τους επί σκηνής ήταν μοναδική, όπως αποτυπώνεται σε δεκάδες ταινίες της εποχής. Στα μαγαζιά όπου δούλευαν, οι θαμώνες πήγαιναν τόσο για να απολαύσουν τις διπλοπενιές του Χιώτη, όσο και για να θαυμάσουν τη νεαρή τραγουδίστρια η οποία χόρευε μάμπο και τραγουδούσε. Οι δυο τους εκπροσωπούσαν το νέο κύμα της ελληνικής μουσικής, με αίσθημα αισιοδοξίας για ένα καλύτερο μέλλον, το οποίο τόση ανάγκη είχαν οι Έλληνες.
Η φράση της Μαίρης Λίντα κάθε φορά που τέλειωνε το τραγούδι, «Χιώτης μάμπο!» έγινε σλόγκαν κι έμεινε στην αιωνιότητα χάρη στον ελληνικό κινηματογράφο μέσα από ταινίες όπως «Λαός και Κολωνάκι», «Ο Ατσίδας», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» και «Η Βίλλα των Οργίων».
Η Μαίρη Λίντα στον αστερισμό των μεγάλων συνθετών
Το καλοκαίρι του 1961, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) διοργάνωσε το Γ΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού. Ήταν η Τρίτη και τελευταία διοργάνωση που έγινε στην Αθήνα, πριν το Φεστιβάλ μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη όπου διεξάγονταν ως το 1997.
Στο τέλος της βραδιάς, το Α’ Βραβείο πήγε στο τραγούδι «Απαγωγή» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεία της Μαίρης Λίντα. Ήταν η πρώτη συνάντηση της καταξιωμένης τραγουδίστριας με τη νέα γενιά Ελλήνων συνθετών που έρχονταν να σαρώσουν τα πάντα. Το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης ήταν η ηχογράφηση του «Επιτάφιου» το 1963 σε τρίτη εκτέλεση με την συμμετοχή του Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι.
Βέβαια, η γνωριμία με τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, η οποία απέδωσε καρπούς τα επόμενα χρόνια, δεν σημαίνει ότι η Μαίρη Λίντα εγκατέλειψε το λαϊκό πάλκο. Η συνεργασία της με τον Μανώλη Χιώτη συνεχίστηκε με περιοδείες σε όλο τον κόσμο. Η υποδοχή που τους έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1964 ήταν ενθουσιώδης, η Νέα Υόρκη, το Σικάγο και η Βοστώνη υποκλίθηκαν στα πόδια τους, τραγούδησαν ως και στον Λευκό Οίκο μπροστά στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον και ανάμεσα στους fans που έσπευσαν να τους απολαύσουν ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Μαρία Κάλλας.
Το τέλος του γάμου με τον Μανώλη Χιώτη και η δολοφονία της μητέρας της
Η Μαίρη Λίντα και ο Μανώλης Χιώτης χώρισαν το 1966. Όμως οι δυο τους παρέμειναν αχώριστοι στη σκηνή ως τον θάνατο του συνθέτη το 1970. Η απώλειά του την συγκλόνισε και χρόνια μετά παραδέχτηκε ότι το διαζύγιό τους ήταν ένα λάθος για το οποίο δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό της. «Ο Χιώτης είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Δυστυχώς δεν μπορώ να γυρίσω τα χρόνια πίσω. Ακόμα και σήμερα, πονάω».
Ακολούθησε ο γάμος της με τον Αλέξανδρο Θεοχάρη με τον οποίο απέκτησε τη μοναχοκόρη της. Δυστυχώς, ούτε αυτή η ένωση ευδοκίμησε. Όπως αποκάλυψε η ίδια, ο δεύτερος σύζυγός της την κακοποιούσε συστηματικά. Το διαζύγιό τους έθεσε τέλος σε μια μαύρη περίοδο της ζωής της.
Όμως, τα χειρότερα την περίμεναν στην γωνία. Στις 24 Νοεμβρίου του 1970 η 70χρονη μητέρα της Βασιλική Δημητροπούλου βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Μπουρνάζι. Ο θάνατός της αρχικά αποδόθηκε σε δυστύχημα. Όμως, η περαιτέρω έρευνα έδειξε ότι επρόκειτο για δολοφονία. Η δολοφονία δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, οι Αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η άτυχη γυναίκα έπεσε θύμα ληστών, όμως οι ένοχοι δεν παραπέμφθηκαν ποτέ στη Δικαιοσύνη.
Το 1976 η Μαίρη Λίντα γνώρισε τον γνωστό Έλληνα χορευτή και χορογράφο Τάκη Σαγιώρ. Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για περίπου έξι με επτά χρόνια, όμως χώρισαν μία εβδομάδα πριν από τον γάμο τους.
Η αυτόνομη πορεία της Μαίρης Λίντα στο τραγούδι
Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Σπανός, Απόστολος Καλδάρας εμπιστεύτηκαν τα έργα τους στην φωνή της Μαίρης Λίντα, γοητευμένοι από το σπάνιο μέταλλο, την μουσικότητα και την γεμάτη αίσθημα ερμηνεία της. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, στην πολύχρονη καριέρα της τραγούδησε περισσότερα από 1.200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν διαχρονικές επιτυχίες.
Στη δεκαετία του ’80 και του ’90, η Λίντα έγινε σημείο αναφοράς για τη νεότερη γενιά τραγουδιστριών. Οι τελευταίες της εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα ήταν τη σεζόν 1995–1996 μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου στη Νεφέλη, τη σεζόν 2002–2003 με τη Γλυκερία στο Χάραμα και τη σεζόν 2011–2012 με την Άννα Βίσση στο Rex.
Τα τελευταία χρόνια, μετά από ένα ατύχημα και απανωτά προβλήματα υγείας, η Μαίρη Λίντα βρήκε καταφύγιο στο Γηροκομείο Αθηνών. Εκεί άφησε την τελευταία της πνοή τα ξημερώματα της Τετάρτης 22 Ιουλίου, σε ηλικία 91 ετών.


