Το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ιστορική καμπή καθώς, όπως έγινε γνωστό το Σάββατο (30/5), η κυβέρνηση των ΗΠΑ προχωρά στην άμεση υλοποίηση των σχεδίων της για μερική αποχώρηση από την κοινή άμυνα της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Welt am Sonntag, το Πεντάγωνο πρόκειται να καταθέσει σύντομα συγκεκριμένες προτάσεις στις Βρυξέλλες για τη μείωση των στρατιωτικών του δυνατοτήτων, αιφνιδιάζοντας τους Ευρωπαίους συμμάχους, οι οποίοι πλέον πιέζονται ασφυκτικά από πλευράς χρόνου για να καλύψουν το κενό. Ανώτατος αξιωματούχος του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας επιβεβαίωσε στη γερμανική εφημερίδα ότι οι αλλαγές αυτές θα ενταχθούν επίσημα στην προσφορά στρατευμάτων και δυνατοτήτων κατά την επόμενη Διάσκεψη Στρατιωτικών Πηγών της Συμμαχίας, η οποία έχει προγραμματιστεί για τον προσεχή Ιούνιο.
Πάντως, η εξέλιξη αυτή επιταχύνει δραματικά τη μετάβαση σε μια αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα, όπου τα κράτη μέλη θα επωμιστούν το κύριο βάρος της αποτροπής, την ώρα που η Ουάσινγκτον μετατοπίζει το ενδιαφέρον της προς την περιοχή του Ινδοειρηνικού και την Κίνα, μια τάση που εντάθηκε λόγω της τρέχουσας πολεμικής σύρραξης με το Ιράν.
„So schnell wie möglich“ – Beim Rückzug aus der Nato räumt Washington Europa keine Schonfrist ein https://t.co/LTwYGX0USf pic.twitter.com/00CkRWso4R
— WELT (@welt) 30 Μαΐου 2026
Η στρατηγική του Τραμπ και τα περιθώρια των Ευρωπαίων
Επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη απόφαση εναρμονίζεται πλήρως με τις πάγιες απαιτήσεις που είχε διατυπώσει ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, ήδη από την πρώτη του θητεία στον Λευκό Οίκο. Μετά την επανεκλογή του και την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 2025, η πολιτική αυτή αποτυπώθηκε ρητά στη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας και την Εθνική Αμυντική Στρατηγική των ΗΠΑ. Το κεντρικό δόγμα της Ουάσινγκτον βασίζεται στη διαπίστωση ότι η χώρα δεν μπορεί πλέον να διεξάγει ταυτόχρονα πολεμικές επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα ως η μοναδική κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη.
Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι εταίροι στο ΝΑΤΟ γνώριζαν τις αμερικανικές προθέσεις, στους κυβερνητικούς κύκλους του Βερολίνου επικρατούσε η εκτίμηση ότι η αποχώρηση θα πραγματοποιούνταν σταδιακά και κατόπιν συντονισμού. Ωστόσο, η αιφνίδια κατάθεση συγκεκριμένων περικοπών δεν αφήνει περιθώρια για μεταβατικές περιόδους. Ο Αμερικανός αξιωματούχος επεσήμανε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα να ενεργεί κατά το δοκούν σε κάθε περίπτωση, προσθέτοντας ότι αποστολή του Πενταγώνου είναι να προνοεί για το ενδεχόμενο ταυτόχρονων συγκρούσεων παγκοσμίως.
Οι περικοπές και οι φόβοι της Βαλτικής
Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες που διέρρευσαν από πρόσφατη συμμαχική συνάντηση, ο Αμερικανός επικεφαλής σύμβουλος αμυντικής πολιτικής, Αλεξάντερ Βέλεζ-Γκριν, ενημέρωσε τους συμμάχους για την πρόθεση μείωσης των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών στην Ευρώπη κατά το ένα τρίτο. Οι μειώσεις επηρεάζουν άμεσα το λεγόμενο Μοντέλο Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NFM), το οποίο ρυθμίζει την ετοιμότητα και την ταχύτητα ανάπτυξης έως και 800.000 στρατιωτών στην πρώτη γραμμή σε διάστημα έξι μηνών. Στις αμερικανικές δυνατότητες που αναμένεται να περιοριστούν, περιλαμβάνονται στρατηγικά βομβαρδιστικά, συστήματα πληγμάτων ακριβείας μεγάλης εμβέλειας, ναυτικές δυνάμεις και αεροσκάφη ανεφοδιασμού.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία, ιδίως στα κράτη της Βαλτικής, καθώς αποδυναμώνει την έμπρακτη εφαρμογή της συμμαχικής υπόσχεσης για συλλογική άμυνα. Αν και στην περιοχή υπάρχουν ήδη τοποθετημένες δυνάμεις, όπως η γερμανική ταξιαρχία στη Λιθουανία, σε περίπτωση πολέμου αυτές οι μονάδες δεν επαρκούν για την απώθηση του εχθρού, παρά μόνο για την εξασφάλιση χρόνου μέχρι την άφιξη ενισχύσεων.
Μάλιστα, η αξιοπιστία της άμυνας εξαρτάται από την ταχύτητα επίτευξης αεροπορικής υπεροχής και τη δυνατότητα πληγμάτων εντός της ρωσικής επικράτειας, στοιχεία που περιγράφονται στα άκρως απόρρητα περιφερειακά αμυντικά σχέδια. Ήδη στον αμερικανικό στρατό στην Ευρώπη εκφράζονται αμφιβολίες για το αν οι υφιστάμενες δυνάμεις επαρκούν, με τη Μόσχα να διατηρεί γεωγραφικά πλεονεκτήματα, γεγονός που σημαίνει ότι η αμερικανική υπαναχώρηση ενδέχεται να επιτείνει δραματικά το πρόβλημα ασφάλειας.


