Με τους Ρεπουμπλικανούς να βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να χάσουν τον έλεγχο του ενός ή ακόμη και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο επίκεντρο τους ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας και ξένης παρέμβασης.
Όπως αναφέρει το Reuters, στη σχεδόν ημίωρη τηλεοπτική ομιλία του από τον Λευκό Οίκο, το βράδυ της Πέμπτης, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να αναγάγει την «ασφάλεια των εκλογών» σε κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής εκστρατείας. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η Κίνα παρενέβη στις προεδρικές εκλογές του 2020, παρότι επίσημη αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν είχε εντοπίσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν έναν τέτοιο ισχυρισμό.
Ο Τραμπ επικαλέστηκε πρόσφατα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, τα οποία, όπως είπε, αποκαλύπτουν «σοκαριστικά κενά ασφαλείας» στο εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ. Ωστόσο, μεγάλο μέρος του υλικού που παρουσίασε είτε δεν φαίνεται να στηρίζει τα συμπεράσματά του είτε δεν αφορά άμεσα τις αμερικανικές εκλογικές υποδομές.
Παρότι περιέγραψε το εκλογικό σύστημα ως εξαιρετικά ευάλωτο, δεν παρουσίασε αποδείξεις ότι ψήφοι αλλοιώθηκαν, χειραγωγήθηκαν ή μεταφέρθηκαν από έναν υποψήφιο σε άλλον κατά τις εκλογές του 2020.
► Διάγγελμα Τραμπ: «Η Κίνα έκανε τη μεγαλύτερη παραβίαση εκλογικών δεδομένων στην ιστορία»
Η οργισμένη απάντηση της Κίνας
Η Κίνα απέρριψε κατηγορηματικά τις κατηγορίες περί παρέμβασης, χαρακτηρίζοντάς τες «κατασκευασμένες» και «κακόβουλη συκοφαντία».
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιάν, δήλωσε κατά τη διάρκεια τακτικής ενημέρωσης των δημοσιογράφων στο Πεκίνο ότι η χώρα του ακολουθεί σταθερά την αρχή της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών.
Όπως υποστήριξε, η Κίνα δεν είχε ποτέ ενδιαφέρον να παρέμβει στις αμερικανικές εκλογές και δεν το έχει πράξει, χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς του Τραμπ «απόλυτες ανοησίες» που έχουν διαψευστεί εδώ και καιρό.
Κάλεσε, μάλιστα, την Ουάσινγκτον να σταματήσει να χρησιμοποιεί την Κίνα ως εργαλείο στην εσωτερική προεκλογική αντιπαράθεση και να επικεντρωθεί σε ενέργειες που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις σχέσεις των δύο χωρών.
Πιέζει για την ψήφιση του SAVE America Act
Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ κάλεσε εκ νέου τους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο να εγκρίνουν το SAVE America Act, ένα νομοσχέδιο που προβλέπει αυστηρότερους ελέγχους ταυτοπροσωπίας και νέες προϋποθέσεις απόδειξης της αμερικανικής ιθαγένειας για τη συμμετοχή στις εκλογές.
Το νομοσχέδιο έχει «κολλήσει» στη Γερουσία, όπου αντιμετωπίζει την έντονη αντίδραση των Δημοκρατικών. Οι επικριτές του επισημαίνουν ότι τα περιστατικά εκλογικής απάτης στις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά σπάνια και ότι τα νέα μέτρα θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τη συμμετοχή νόμιμων ψηφοφόρων.
Η ομιλία πραγματοποιήθηκε σε μία δύσκολη πολιτική συγκυρία για τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι υψηλές τιμές της ενέργειας και ο πόλεμος με το Ιράν έχουν επιβαρύνει τη δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου, ενώ εντείνεται ο κίνδυνος απώλειας της πλειοψηφίας στο Κογκρέσο τον Νοέμβριο.
Ορισμένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών έχουν προτρέψει τον Τραμπ να επικεντρωθεί περισσότερο στα ζητήματα που απασχολούν άμεσα τους πολίτες, όπως το υψηλό κόστος ζωής, αντί να επιστρέφει διαρκώς στις εκλογές του 2020.
Ο ίδιος έκανε μόνο μία σύντομη αναφορά στον πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ «κερδίζουν με μεγάλη διαφορά». Στη συνέχεια απαρίθμησε κυβερνητικές παρεμβάσεις, όπως οι φορολογικές μειώσεις και η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, προτού επιστρέψει στο ζήτημα της εκλογικής ασφάλειας.
Ο ισχυρισμός για τα στοιχεία 220 εκατομμυρίων ψηφοφόρων
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι αποχαρακτηρίζει πληροφορίες οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, αποδεικνύουν ότι η Κίνα απέκτησε παράνομα τα αρχεία περίπου 220 εκατομμυρίων Αμερικανών ψηφοφόρων, συμπεριλαμβανομένων ονομάτων, διευθύνσεων και άλλων προσωπικών δεδομένων.
Κατηγόρησε, επίσης, στελέχη της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών ότι απέκρυψαν σκόπιμα την πραγματική έκταση των κινεζικών ενεργειών.
Ωστόσο, η επίσημη αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, η οποία δημοσιοποιήθηκε το 2021, κατέληξε ότι κανένας ξένος παράγοντας δεν επιχείρησε ή κατάφερε να αλλοιώσει τεχνικές πτυχές των προεδρικών εκλογών του 2020, όπως τις εγγραφές στους εκλογικούς καταλόγους, τα ψηφοδέλτια, την καταμέτρηση ή το τελικό αποτέλεσμα.
Η συγκεκριμένη αξιολόγηση είχε πραγματοποιηθεί υπό τον Τζον Ράτκλιφ, ο οποίος τότε ήταν διευθυντής των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών του Τραμπ και σήμερα είναι επικεφαλής της CIA.
Στην έκθεση αναφερόταν ότι η Κίνα συγκέντρωνε, τουλάχιστον από το 2008, πληροφορίες για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, την κοινή γνώμη, τους υποψηφίους και υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Εκτιμήθηκε, ωστόσο, ότι στόχος του Πεκίνου ήταν πιθανότατα η πρόβλεψη των εκλογικών αποτελεσμάτων και όχι η αλλοίωσή τους. Η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών είχε εκφράσει «υψηλή βεβαιότητα» ότι η Κίνα δεν πραγματοποίησε επιχείρηση παρέμβασης με σκοπό να αλλάξει το αποτέλεσμα.
Πρόσωπα με γνώση του θέματος ανέφεραν ότι τα δεδομένα που φέρεται να απέκτησε η Κίνα δεν ήταν απόρρητα. Αντίστοιχα αρχεία ψηφοφόρων αγοράζονται συχνά και από πολιτικούς συμβούλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χειραγώγηση της ψηφοφορίας.
Κίνδυνος νέας έντασης στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Πεκίνου
Η ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Τραμπ απέναντι στην Κίνα κινδυνεύει να διαταράξει την εύθραυστη ισορροπία στις σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες είχαν αρχίσει να σταθεροποιούνται μετά τον δαπανηρό εμπορικό πόλεμο της προηγούμενης χρονιάς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει συνάντηση με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, τον Σεπτέμβριο, με βασικό αντικείμενο τη βελτίωση των εμπορικών σχέσεων. Οι νέες κατηγορίες, ωστόσο, δημιουργούν πρόσθετη ένταση μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Ο Τραμπ αμφισβητεί εδώ και χρόνια την αξιοπιστία των αμερικανικών εκλογών, επιμένοντας ψευδώς ότι η ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν το 2020 ήταν αποτέλεσμα νοθείας. Έχει υποστηρίξει επίσης ότι η επιστολική ψήφος συνδέεται με εκτεταμένη απάτη, ότι οι εκλογικές μηχανές δεν είναι αξιόπιστες και ότι ψηφίζουν μαζικά άνθρωποι που δεν διαθέτουν την αμερικανική υπηκοότητα.
Πολυάριθμες δικαστικές αποφάσεις, έλεγχοι και επανακαταμετρήσεις δεν εντόπισαν στοιχεία εκτεταμένης νοθείας που θα μπορούσε να ανατρέψει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2020.
Το 63% των Ρεπουμπλικανών πιστεύει ότι οι εκλογές νοθεύτηκαν
Παρά τις επανειλημμένες διαψεύσεις, οι ισχυρισμοί του Τραμπ εξακολουθούν να έχουν απήχηση στους υποστηρικτές του. Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos τον Απρίλιο έδειξε ότι το 63% των Ρεπουμπλικανών πιστεύει πως οι εκλογές του 2020 νοθεύτηκαν.
Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ακόμη ότι η κυβέρνησή του εντόπισε περισσότερους από 275.000 μη Αμερικανούς πολίτες εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους μόλις τεσσάρων Πολιτειών. Δεν παρουσίασε, όμως, στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα ψήφισαν.
Στο παρελθόν, συστήματα ελέγχου της ιθαγένειας έχουν χαρακτηρίσει λανθασμένα ως αλλοδαπούς ορισμένους πολιτογραφημένους Αμερικανούς. Έρευνες έχουν δείξει ότι η συμμετοχή μη Αμερικανών πολιτών στις εκλογές είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Τα έγγραφα δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποκαλύπτουν σοβαρές αδυναμίες στην ασφάλεια των εκλογών. Ωστόσο, αρκετά από αυτά είτε έρχονται σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε είτε δεν σχετίζονται με τις εκλογικές υποδομές των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ένα έγγραφο της CIA, το οποίο συντάχθηκε τον προηγούμενο μήνα, αφορούσε τις εκλογές στη Βενεζουέλα και όχι στις ΗΠΑ.
Σε άλλο έγγραφο αναφερόταν ότι τα συστήματα καταμέτρησης των ψήφων θα ήταν δύσκολο να χειραγωγηθούν σε τόσο μεγάλη κλίμακα, ώστε να επηρεαστεί το τελικό αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης.
Ένα τρίτο έγγραφο της CIA περιέγραφε προσπάθειες Κινέζων κατασκόπων να συλλέξουν πληροφορίες για την προεκλογική εκστρατεία του Μπάιντεν, αλλά επισήμαινε ότι το Πεκίνο δεν σκόπευε να παρέμβει μυστικά με στόχο να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, απέρριψε τους ισχυρισμούς του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν συμφωνήσει ομόφωνα πως η Κίνα δεν επιχείρησε να αλλάξει ούτε μία ψήφο στις εκλογές του 2020.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν και την πολιτική πίεση να αυξάνεται, ο Τραμπ φαίνεται να επενδύει ξανά στην αμφισβήτηση της εκλογικής διαδικασίας. Οι αναφορές σε ξένη παρέμβαση, νοθεία και αναξιόπιστα συστήματα ψηφοφορίας μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο συσπείρωσης της εκλογικής του βάσης — αλλά και ως προκαταβολική αμφισβήτηση ενός ενδεχόμενου αρνητικού αποτελέσματος για τους Ρεπουμπλικανούς τον Νοέμβριο.


