Περίπου 10 δισ. δολάρια επιπλέον θα χρειαστεί το Ισραήλ για να καλύψει παραγγελίες αμερικανικών όπλων που έχουν ήδη δρομολογηθεί, πέρα από τα ποσά που προβλέπει η υφιστάμενη συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας με τις ΗΠΑ. Το ποσό αποκαλύπτεται σε έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο, το οποίο επικαλείται δημοσίευμα της Wall Street Journal και παρουσιάζει η Jerusalem Post.
Η εκτίμηση αφορά τις εκκρεμείς παραγγελίες έως την 1η Απριλίου 2026 και το χρηματοδοτικό κενό που θα παραμείνει μετά τη λήξη της ισχύουσας συμφωνίας το 2028. Η αποκάλυψη αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την πρόσφατη ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ουάσιγκτον σχεδιάζει να τερματίσει τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ έως το τέλος του 2026, επισπεύδοντας δραστικά την αλλαγή του σημερινού πλαισίου συνεργασίας.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι ποιος θα καλύψει το κόστος των όπλων που έχουν ήδη παραγγελθεί: οι ΗΠΑ με νέα χρηματοδότηση, το Ισραήλ από τον κρατικό προϋπολογισμό του ή οι δύο χώρες από κοινού.
Η συμφωνία των 3,8 δισ. δολαρίων και το επιπλέον κόστος για το Ισραήλ
Με βάση το δεκαετές μνημόνιο κατανόησης που υπογράφηκε επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, οι ΗΠΑ παρέχουν στο Ισραήλ ετησίως 3,3 δισ. δολάρια μέσω του προγράμματος Foreign Military Financing, για την αγορά αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού. Επιπλέον, διαθέτουν 500 εκατ. δολάρια τον χρόνο για συνεργασία στον τομέα της αντιπυραυλικής άμυνας.
Η συμφωνία, συνολικού ύψους 38 δισ. δολαρίων σε βάθος δεκαετίας, λήγει το 2028. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ουάσιγκτον έχει ήδη δεσμεύσει σχεδόν 7 δισ. δολάρια για τη στρατιωτική χρηματοδότηση του Ισραήλ κατά τα δύο εναπομείναντα χρόνια της συμφωνίας. Ακόμη και αυτά τα χρήματα, ωστόσο, δεν επαρκούν για να καλύψουν όλες τις παραγγελίες που έχουν ήδη γίνει.
Το αμερικανικό έγγραφο εστάλη στο γραφείο του Δημοκρατικού βουλευτή του Τέξας Χοακίν Κάστρο, ο οποίος είχε ζητήσει ενημέρωση για τις οικονομικές δεσμεύσεις που συνδέονται με τις ισραηλινές αγορές οπλικών συστημάτων.
Η επιστολή αναφέρει ότι το υπόλοιπο ποσό θα μπορούσε να καλυφθεί από μελλοντική αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, από ίδιους πόρους του Ισραήλ ή από συνδυασμό των δύο. «Ακόμη και αν το μνημόνιο εφαρμοστεί μέχρι τη λήξη του το 2028, υπάρχουν άλλα 10 δισ. δολάρια πέρα από αυτό και τίθεται το ζήτημα ποιος θα τα πληρώσει», δήλωσε ο Κάστρο στη Wall Street Journal.
Γιατί οι παραγγελίες ξεπερνούν τη διαθέσιμη χρηματοδότηση
Το ισραηλινό σύστημα προμηθειών επιτρέπει στην κυβέρνηση να προχωρά σε παραγγελίες αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού χρησιμοποιώντας και κονδύλια που έχουν δεσμευτεί για μελλοντικά έτη, ακόμη κι αν τα χρήματα δεν έχουν μεταφερθεί ακόμη.
Με αυτόν τον τρόπο, το Ισραήλ μπορεί να συμφωνεί την αγορά αεροσκαφών και άλλων οπλικών συστημάτων σε βάθος χρόνου, εξασφαλίζοντας θέσεις παραγωγής και προγραμματισμένες παραδόσεις. Η πρακτική αυτή, όμως, δημιουργεί οικονομικές υποχρεώσεις που δεν εξαφανίζονται αυτομάτως εάν διακοπεί η ετήσια βοήθεια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμφωνία για την αγορά 25 επιπλέον μαχητικών F-35, αξίας περίπου 3 δισ. δολαρίων. Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας υπέγραψε τη σχετική συμφωνία τον Ιούνιο του 2024, με τις παραδόσεις να προβλέπεται να αρχίσουν το 2028.
Η ενδεχόμενη διακοπή της αμερικανικής χρηματοδότησης δεν θα ακύρωνε από μόνη της τέτοιες συμβάσεις. Θα δημιουργούσε, όμως, την ανάγκη εξεύρεσης νέων πόρων για την εξόφλησή τους.
Ο Τραμπ θέλει να σταματήσει τη βοήθεια στο Ισραήλ από το 2026
Η ανακοίνωση του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να τερματίσουν τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ έως το τέλος του 2026 προκάλεσε έκπληξη σε ανώτερους Ισραηλινούς αξιωματούχους, ακόμη και στο αμυντικό κατεστημένο της χώρας.
Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει ταχθεί υπέρ της σταδιακής μείωσης της εξάρτησης του Ισραήλ από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η επιτάχυνση, ωστόσο, του σχεδίου δημιουργεί άμεσες δυσκολίες στον προγραμματισμό των αμυντικών δαπανών.
Το Ισραήλ δαπανά ήδη περίπου το 7% του ΑΕΠ του για την άμυνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Wall Street Journal. Μια ταχεία διακοπή της αμερικανικής βοήθειας θα μπορούσε να ασκήσει ακόμη μεγαλύτερη πίεση στον προϋπολογισμό του, σε μια περίοδο κατά την οποία εξακολουθεί να χρειάζεται μεγάλες ποσότητες αμερικανικών βομβών και άλλων πυρομαχικών.
Παράλληλα, Αμερικανοί και Ισραηλινοί ειδικοί σε θέματα ασφάλειας προειδοποιούν ότι η αλλαγή του χρηματοδοτικού μοντέλου μπορεί να επηρεάσει τον αμυντικό σχεδιασμό του Ισραήλ και τη στρατηγική σχέση του με την Ουάσιγκτον.
Στο τραπέζι η κοινή παραγωγή όπλων ΗΠΑ – Ισραήλ
Μία από τις προτάσεις που εξετάζουν Αμερικανοί νομοθέτες είναι η αντικατάσταση μέρους της άμεσης στρατιωτικής χρηματοδότησης με διευρυμένη συνεργασία στην ανάπτυξη και την παραγωγή αμυντικών συστημάτων.
Η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία αναμένεται να ενταχθεί στον ετήσιο νόμο για την αμυντική πολιτική των ΗΠΑ, τον National Defense Authorization Act, ο οποίος προγραμματίζεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026.
Οι υποστηρικτές της πρότασης θεωρούν ότι ένα τέτοιο μοντέλο θα ενίσχυε τη συνεργασία του Πενταγώνου με την ισραηλινή αμυντική βιομηχανία και θα διευκόλυνε την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Ως παράδειγμα αναφέρουν τον Iron Dome, το ισραηλινό σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας που αναπτύχθηκε με εκτεταμένη αμερικανική συνεργασία.
Οι επικριτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η βαθύτερη ενσωμάτωση των ισραηλινών αμυντικών προγραμμάτων στις προμήθειες και τις εφοδιαστικές αλυσίδες του Πενταγώνου θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερη τη μελλοντική μείωση της συνεργασίας από μια αμερικανική κυβέρνηση ή το Κογκρέσο.
Σε κάθε περίπτωση, η κοινή παραγωγή δεν θα έλυνε άμεσα το πρόβλημα των υφιστάμενων παραγγελιών ούτε την ανάγκη του Ισραήλ για συνεχή προμήθεια αμερικανικών όπλων.
Η πολιτική πίεση στις ΗΠΑ και το ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας
Η συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής βοήθειας διεξάγεται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κριτικής προς το Ισραήλ και στις δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις των ΗΠΑ, μετά τους πολέμους στη Γάζα και τον Λίβανο και την κοινή αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.
Το ζήτημα βρέθηκε και στο επίκεντρο των ενδιάμεσων εκλογών της Τρίτης. Ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο οποίος εξελέγη στη Γερουσία από το Μίσιγκαν και θα είναι ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής της πολιτείας, είχε προεκλογικά ζητήσει τον τερματισμό της άνευ όρων αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Ο Ελ-Σαγέντ έχει υποστηρίξει ακόμη και τον τερματισμό των πωλήσεων αμερικανικών όπλων προς τη χώρα, μια θέση που υπερβαίνει την πρόταση του Τραμπ για διακοπή της άμεσης χρηματοδότησης, με διατήρηση των πωλήσεων οπλικών συστημάτων.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς έχει επίσης συνδέσει τις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών με τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τον πόλεμο στο Ιράν και τη σχέση της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ.
Ωστόσο, πρώην και νυν Αμερικανοί αξιωματούχοι αμφισβητούν κατά πόσο είναι εφικτή η άμεση εφαρμογή της εξαγγελίας Τραμπ. Ο Τζος Πολ, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που είχε παραιτηθεί επί κυβέρνησης Μπάιντεν διαμαρτυρόμενος για την αμερικανική πολιτική στον πόλεμο της Γάζας, εκτίμησε ότι η διακοπή της βοήθειας έως το τέλος του 2026 δεν είναι ρεαλιστική, λόγω των κονδυλίων που έχουν ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο.
Η εκκρεμότητα των 10 δισ. δολαρίων αποτυπώνει, έτσι, το μέγεθος της οικονομικής και πολιτικής πρόκλησης για τις δύο χώρες. Ακόμη κι αν η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε αλλαγή του μοντέλου βοήθειας, θα πρέπει να βρεθεί λύση για τις συμβάσεις που έχουν ήδη υπογραφεί και τα οπλικά συστήματα που έχουν ήδη παραγγελθεί.


