Μια εκτενής δημοσιογραφική έρευνα των New York Times, σε συνδυασμό με αποκλειστική αποκάλυψη του ισραηλινού ειδησεογραφικού ιστότοπου Ynet, τη Δευτέρα (11/5) ρίχνουν φως σε μια πολλαπλή κρίση γύρω από τη συμμετοχή του Ισραήλ στην Eurovision, λίγες μόλις ώρες πριν από την έναρξη της φετινής διοργάνωσης στη Βιέννη.
Συγκεκριμένα, οι New York Times παρουσιάζουν στοιχεία για συντονισμένη και πολυετή προσπάθεια της κυβέρνησης του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, να αξιοποιήσει τον διαγωνισμό τραγουδιού ως εργαλείο ήπιας ισχύος ενώ, ταυτόχρονα, το Ynet αναφέρει ότι η Ευρωπαϊκή Ραδιοτηλεοπτική Ένωση (EBU) εξετάζει το ενδεχόμενο να μεταφέρει το Ισραήλ από την Eurovision της Ευρώπης στη νεοσύστατη Eurovision Asia, που θα διεξαχθεί για πρώτη φορά τον Νοέμβριο στην Μπανγκόκ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με δύο πηγές που μίλησαν στο Ynet, η πρόταση συζητήθηκε σε κλειστές συναντήσεις της EBU και έγιναν διερευνητικές επαφές τόσο με χώρες που έχουν ήδη ενταχθεί στην Eurovision Asia όσο και με χώρες που βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για ένταξη, με αντικείμενο τη μετάβαση του Ισραήλ. Ωστόσο, καταγράφηκαν μερικές αντιδράσεις και παραμένει αβέβαιο αν το σχέδιο μπορεί να προχωρήσει, τουλάχιστον εντός του 2026, καθώς η ασιατική διοργάνωση θα γίνει σε λίγους μήνες.
«Γεωγραφικά», δήλωσε στο Ynet πηγή που γνωρίζει τις λεπτομέρειες, «το Ισραήλ βρίσκεται στην Ασία και γι’ αυτό έγινε ο σχετικός έλεγχος», τονίζοντας: «Και στην Ασία, η Eurovision θα περιλαμβάνει τους κανόνες του “Ενωμένοι μέσα από τη μουσική”, και αυτό είναι το σημαντικό. Οι αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί ακόμη, αλλά αυτή η επιλογή έχει μπει στο τραπέζι. Η Eurovision Asia είναι στα σπάργανά της και γίνονται πολλοί έλεγχοι για πολλά πράγματα».
Στην επίσημη απάντησή της προς το Ynet, η EBU ανέφερε ότι «οι συζητήσεις συνεχίζονται με επιπλέον ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για συμμετοχή στη διοργάνωση του Νοεμβρίου», προσθέτοντας ότι όποιος συμμετάσχει στην Eurovision της Ευρώπης, δεν θα μπορεί να συμμετάσχει στη Eurovision Asia. Η ίδια δήλωση σημείωνε ότι «η διοργάνωση, όπως και η Eurovision, θα είναι περιεκτική και θα γιορτάζει την ένωσή μας μέσω της μουσικής», και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους διοργανωτές.
Αν η EBU προχωρήσει το σενάριο μέχρι το τέλος, θα χρειαστεί να εμπλέξει και το ίδιο το Ισραήλ στη διαδικασία, κάτι που δεν έχει συμβεί έως σήμερα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πώς η Eurovision έγινε διπλωματικό πεδίο
Η έρευνα των New York Times, που βασίζεται σε προηγουμένως άγνωστα οικονομικά στοιχεία, εσωτερικά έγγραφα της EBU και πάνω από πενήντα συνεντεύξεις, δείχνει ότι – από τα τέλη του 2024 και τον χειμώνα του 2025 – ανώτεροι Ισραηλινοί διπλωμάτες επικοινωνούσαν επειγόντως με αξιωματούχους και δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς σε όλη την Ευρώπη για ένα φαινομενικά απρόσμενο ζήτημα, που ήταν η συμμετοχή του Ισραήλ στην Eurovision 2026.
Έτσι, σύμφωνα με τα ευρήματα, η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου δαπάνησε τουλάχιστον 1 εκατ. δολάρια σε διαφημιστικές καμπάνιες γύρω από τη διοργάνωση, με σημαντικό μέρος των κονδυλίων να προέρχεται από το γραφείο «hasbara» – ευφημιστικός όρος για την εξωτερική προπαγάνδα του ισραηλινού κράτους. Στη διοργάνωση του Μάλμε και μόνο, δηλαδή το 2024, το ισραηλινό κράτος ξόδεψε πάνω από 800.000 δολάρια σε σχετικές διαφημίσεις, με τα στοιχεία να προέρχονται από την Ισραηλινή Κυβερνητική Διαφημιστική Υπηρεσία μέσω του παρατηρητηρίου «The Seventh Eye».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ακόμα, στον διαγωνισμό της Βασιλείας, το 2025, η εκστρατεία επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο, καθώς ο ίδιος ο Μπενιαμίν Νετανιάχου καλούσε – μέσω ανάρτησής του στα κοινωνικά δίκτυα – τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν έως 20 φορές την Ισραηλινή εκπρόσωπο, Γιουβάλ Ραφαέλ, ενώ ισραηλινές πρεσβείες και φιλοϊσραηλινές οργανώσεις σε όλη την Ευρώπη αναπαρήγαγαν το ίδιο μήνυμα.
Ο διευθυντής της Eurovision, Μάρτιν Γκριν, παραδέχθηκε σε συνέντευξή του ότι οι ενέργειες του Ισραήλ το 2025 ήταν «υπερβολικές». Ωστόσο, υποστήριξε ότι δεν επηρέασαν την απρόσμενη δεύτερη θέση της ισραηλινής συμμετοχής. Η έρευνα των New York Times, παρ’ όλα αυτά, καταλήγει σε διαφορετικό συμπέρασμα, αφού η ανάλυση των δεδομένων ψηφοφορίας δείχνει ότι σε αρκετές χώρες αρκούσαν μόλις μερικές εκατοντάδες άνθρωποι, ψηφίζοντας επαναλαμβανόμενα, για να ανατρέψουν την ετυμηγορία του κοινού, η οποία διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό την τελική κατάταξη.
Δεν εντοπίστηκαν στοιχεία για χρήση bots ή άλλων συγκεκαλυμμένων τεχνικών χειραγώγησης, όπως είχαν υποθέσει ορισμένοι θαυμαστές του διαγωνισμού. Πάντως, σύμφωνα με τον Ντορόν Μεντάλι, συνθέτη ισραηλινών τραγουδιών για την Eurovision, η κυβερνητική στήριξη άρχισε ήδη από το 2018, χρονιά κατά την οποία το Ισραήλ κέρδισε τη διοργάνωση και αντιλήφθηκε τη συμμετοχή ως «καλή επένδυση».
Παράλληλα, η EBU εμφανίζεται στο ρεπορτάζ των New York Times ως οργανισμός παγιδευμένος ανάμεσα σε αντικρουόμενες δυνάμεις και μη διατεθειμένος να ερευνήσει σε βάθος τις καταγγελίες. Ειδικότερα, ζήτησε επισκόπηση των απόψεων των μελών της από τον Τσέχο σύμβουλο, Πετρ Ντβόρακ, αλλά κράτησε μυστική την πλήρη έκθεση, ενώ προκήρυξε ψηφοφορία για τη συμμετοχή του Ισραήλ και ύστερα την ακύρωσε. «Η κυβέρνηση του Ισραήλ έχει ιδιοποιηθεί την Eurovision», δήλωσε στο αμερικανικό μέσο ενημέρωσης ο Στέφαν Γιον Χάφσταϊν, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης της Ισλανδίας (RÚV).
Λίγες ψήφοι αρκούν για να κερδίσεις μια χώρα
Περισσότεροι από 156 εκατ. θεατές παγκοσμίως παρακολούθησαν τον περσινό τελικό της Eurovision, με τους διοργανωτές να καταγράφουν 14 εκατ, ψήφους από το κοινό.
Αμέσως μετά τη λήξη, οι θαυμαστές του θεσμού άρχισαν να διερωτώνται κατά πόσο η διαφημιστική εκστρατεία της ισραηλινής κυβέρνησης είχε ανατρέψει την ψήφο του κοινού υπέρ της Γιουβάλ Ραφαέλ, παρά τη μακρόχρονη παράδοση κυβερνητικής ουδετερότητας στην Eurovision. Οι διοργανωτές διαβεβαίωσαν δημοσίως ότι δεν υπήρξαν παρατυπίες, ενώ ιδιωτικά είπαν στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς ότι το Ισραήλ δεν είχε επηρεάσει το αποτέλεσμα.
Εντούτοις, όπως διαπίστωσαν οι New York Times, η EBU δεν προχώρησε σε εξωτερικό έλεγχο και δεν δημοσιοποίησε τα αναλυτικά δεδομένα ψηφοφορίας, επικαλούμενη λόγους ασφάλειας του διαγωνισμού. Τα στοιχεία που εξασφάλισε η αμερικανική εφημερίδα είναι αποκαλυπτικά. Στην περίπτωση της Ισπανίας, μίας από τις χώρες, στις οποίες η Γιουβάλ Ραφαέλ κέρδισε την ψήφο του κοινού παρά τις δημοσκοπήσεις που έδειχναν συντριπτική κριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση, οι New York Times υπολόγισαν τα τελικά νούμερα με βάση τα ποσοστά που ανακοίνωσε η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση στην Ισπανία (RTVE).
Συγκεκριμένα, η Γιουβάλ Ραφαέλ συγκέντρωσε πάνω από 47.000 ψήφους, η ουκρανική συμμετοχή που κατετάγη δεύτερη στο ισπανικό κοινό συγκέντρωσε περίπου 9.620. Με δεδομένο ότι κάθε χρήστης μπορούσε να ψηφίσει έως 20 φορές, λίγες χιλιάδες άνθρωποι ψηφίζοντας 20 φορές ο καθένας θα έφταναν για να της εξασφαλίσουν τη νίκη, αλλά η Γιουβάλ Ραφαέλ ούτε αυτούς τους ψηφοφόρους δεν χρειαζόταν. Για να κερδίσει την ουκρανική συμμετοχή στην Ισπανία αρκούσαν μερικές εκατοντάδες άνθρωποι που θα ψήφιζαν μαζικά. Υπό το νέο πλαφόν των 10 ψήφων ανά άτομο που ισχύει φέτος, για την ίδια νίκη θα χρειάζονταν 963 ψηφοφόροι.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πώς λειτουργεί η ψηφοφορία της Eurovision
Ο διαγωνισμός έχει δύο σκέλη ψηφοφορίας. Πρώτα οι εθνικές επιτροπές από επαγγελματίες της μουσικής βιομηχανίας κατατάσσουν τους καλλιτέχνες, με τον πρώτο να παίρνει 12 βαθμούς, τον δεύτερο 10 και ακολούθως μικρότερες βαθμολογίες. Στη συνέχεια, το κοινό κάθε χώρας ψηφίζει με την ίδια κλίμακα, με χρέωση ανά ψήφο.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Στέφαν Ταΐβες, επί σειρά ετών παρατηρητή της ψηφοφορίας της Eurovision, ο λόγος που η διοργάνωση δεν εφαρμόζει την αρχή «ένας ψηφοφόρος, μία ψήφος» είναι οικονομικός. Η EBU απαντά ότι ο πραγματικός λόγος είναι η δυνατότητα κάθε θεατή να στηρίξει περισσότερες από μία συμμετοχές. Οι εθνικές επιτροπές, πέρσι, κατέταξαν στην πρώτη θέση την αυστριακή συμμετοχή με 258 βαθμούς, ενώ έδωσαν στη Γιουβάλ Ραφαέλ και στην μπαλάντα της «New Day Will Rise» μόλις 60 βαθμούς. Παρ’ όλα αυτά, η Ισραηλινή τραγουδίστρια εκτοξεύτηκε στην κορυφή της τηλεψηφοφορίας συγκεντρώνοντας 297 βαθμούς, με αποτέλεσμα να φτάσει μέχρι τη δεύτερη θέση.
Στο διαδίκτυο διαδόθηκε η εκδοχή ότι ισραηλινά bots είχαν αλλοιώσει την ψηφοφορία, όμως ο Αχίγια Σατς, διευθυντής της ισραηλινής οργάνωσης ελέγχου παραπληροφόρησης Fake Reporter, δηλώνει ότι η έρευνά τους δεν εντόπισε δραστηριότητα bots. Δεν χρειαζόταν, όπως εξηγεί ο ίδιος, λέγοντας: «Υπήρξε σαφώς μια συντονισμένη και χρηματοδοτημένη ψηφιακή εκστρατεία από το Ισραήλ για την κινητοποίηση υποστήριξης». Η ίδια η EBU επιμένει ότι δεν παραβιάστηκαν κανόνες και ότι η επιτυχία του Ισραήλ οφειλόταν σε μια «κινητοποιημένη διασπορά» και σε ένα δυνατό τραγούδι, με τον Μάρτιν Γκριν να επισημαίνει ότι ο διαγωνισμός «δεν μπορεί να κερδηθεί μόνο με τη λαϊκή ψήφο», αφού οι εθνικές επιτροπές λειτουργούν ως δικλείδα ασφαλείας.
Από την πλευρά του, ο Κόνραντ Μίρλαντ, διευθυντής της φιλοϊσραηλινής νορβηγικής οργάνωσης «With Israel for Peace», υπερασπίστηκε την πρακτική, λέγοντας ότι κάλεσε τα 15.000 μέλη του να ψηφίσουν την ισραηλινή συμμετοχή και ότι, μόλις το έκαναν, η ίδια η Eurovision έστελνε αυτόματο μήνυμα που τους ενθάρρυνε να ψηφίσουν έως 20 φορές.
Μποϊκοτάζ πέντε χωρών, νέοι κανόνες και η… Ασία
Η κατάσταση κορυφώθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, όταν τα μέλη της EBU συγκεντρώθηκαν στη Γενεύη. Αντί για άμεση ψηφοφορία σχετικά με τη συμμετοχή του Ισραήλ, η ηγεσία της EBU έθεσε σε ψηφοφορία ένα τεχνικό ζήτημα – τον περιορισμό των ψήφων ανά θεατή στις 10 και την αποθάρρυνση «δυσανάλογων προωθητικών εκστρατειών». Ως εκ τούτου, η ψήφος υπέρ αυτών των αλλαγών συνεπαγόταν, εμμέσως αλλά καθαρά, και τη διατήρηση του Ισραήλ στον διαγωνισμό, χωρίς κανένα μέλος να χρειαστεί να δηλώσει δημοσίως θέση.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της EBU, Ντελφίν Ερνότ, παραδέχθηκε ότι η ρύθμιση «μπορεί να φαίνεται κάπως παράξενη», υποστηρίζοντας πως ήταν «η πιο δημοκρατική δυνατή λύση». Η ψηφοφορία διεξήχθη με μυστική κάλπη και οι νέοι κανόνες πέρασαν. Ο Φρέντερικ Νταπλάς από τη Δημόσια φλαμανδόφωνη Ραδιοτηλεόραση του Βελγίου (VRT) κατήγγειλε στη σύσκεψη ότι η EBU «κρύβεται πίσω από κατευθυντήριες γραμμές» αντί να συζητήσει το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο και έτσι η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Σλοβενία ανακοίνωσαν την αποχή τους από τη διοργάνωση του 2026, σχηματίζοντας το μεγαλύτερο μέτωπο μποϊκοτάζ στην ιστορία της Eurovision από το 1970. Οικονομικές προβλέψεις που είδαν οι New York Times εκτιμούν τις απώλειες της EBU, από τα τέλη συμμετοχής αυτών των χωρών, σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, ενώ ο Μάρτιν Γκριν παραδέχθηκε δυσκολίες στην εύρεση χορηγών.
Στους νέους κανόνες, σημαντική αλλαγή αποτελεί και η μείωση της ισχύος του τηλεοπτικού κοινού στους ημιτελικούς, με την παραχώρηση του 50% της επιρροής στις επαγγελματικές κριτικές επιτροπές. Ταυτόχρονα, η EBU επέπληξε πρόσφατα τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση του Ισραήλ (KAN) για διαφήμιση που, σύμφωνα με την ίδια, παραβίαζε τους κανόνες, καθώς καλούσε το τηλεοπτικό κοινό να ψηφίσει δέκα φορές υπέρ του Νόαμ Μπεττάν — όπως αναφέρει το Ynet, σε αντίστοιχες περιπτώσεις άλλων χωρών, η αντίδραση της Ένωσης ήταν πιο χαλαρή.
Η εξέλιξη που πιθανότατα μεταβάλλει εκ νέου το τοπίο είναι η πρώτη διεξαγωγή της Eurovision Asia. Συγκεκριμένα, η ασιατική διοργάνωση, που βρίσκεται σε εμβρυακή φάση, έχει τον Νοέμβριο ως πρώτο σταθμό την Μπανγκόκ, με συμμετοχές που έως τώρα περιλαμβάνουν τη Νότια Κορέα, το Μπανγκλαντές, την Καμπότζη, τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ, τις Φιλιππίνες και το Νεπάλ μεταξύ άλλων. Η πρόταση μετάβασης του Ισραήλ εκεί, η οποία συζητείται για την ώρα σε διερευνητικό επίπεδο, θα προσέφερε στην EBU μια διέξοδο από την παρατεταμένη κρίση με την Ευρώπη αλλά, όπως σημειώνουν οι ίδιες οι πηγές του Ynet, εξαρτάται από πολλούς και δύσκολους παράγοντες, ενώ θα απαιτούσε και τη συναίνεση του Τελ Αβίβ, που μέχρι σήμερα δεν έχει εμπλακεί επισήμως στη συζήτηση.


