Με ένα «μαύρο κουτί» μοιάζουν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, καθώς παράγουν αυξανόμενα κέρδη τα οποία κατά μεγάλο μέρος φεύγουν στο εξωτερικό, χωρίς να αφήνουν ανάλογο όφελος στη χώρα, με χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας.
Τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες δίνουν δάνεια με το σταγονόμετρο, ενώ και για αυτά τα λίγα δάνεια που δίνουν χρεώνουν από τα υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Η απόσταση των ελληνικών τραπεζών στις χορηγήσεις δανείων σε σχέση με την ευρωζώνη είναι εντυπωσιακή. Ο δείκτης ιδιωτικού χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ στην Ελλάδα έχει πέσει στο 51,6%, ενώ ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 87%.
Αυτό δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες χορηγούν πολύ λιγότερα δάνεια (αναλογικά, σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας), περίπου τα μισά σε σύγκριση με το μέσο όρο της ευρωζώνης.
Δάνεια με το σταγονόμετρο
Ένας πρόσθετος δείκτης που επιβεβαιώνει την απροθυμία των ελληνικών τραπεζών να δώσουν δάνεια είναι η αναλογία δανείων προς καταθέσεις.
Στην Ελλάδα ο δείκτης δανείων σε σχέση με τις καταθέσεις ανέρχεται στο 59,24% (2023), έναντι 104,44% στην Ευρωζώνη, δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες δίνουν τα μισά δάνεια σε σχέση με τις καταθέσεις από εκείνα που δίνουν οι τράπεζες της ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι έχουν άφθονη ρευστότητα.
Αυτές οι καταθέσεις είναι που χρηματοδοτούν τα τεράστια κέρδη τα τελευταία χρόνια καθώς, αντί να δίνουν δάνεια με τη ρευστότητα, οι τράπεζες προτιμούσαν να την καταθέτουν στον ειδικό υψηλότοκο λογαριασμό διευκόλυνσης της ΕΚΤ και να γεμίζουν τους ισολογισμούς με τους τόκους.
Έτσι, οι τράπεζες διαφημίζουν μια ιστορία εξυγίανσης και επιτυχιας, μετά την καταστροφική περίοδο των μνημονίων που τις έφερε σε χαμηλή βάση, και επικαλούνται την αύξηση των κερδών αλλά και των δανειοδοτήσεων, ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια, με χορήγηση νέων δανείων που αναμένεται να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν φέτος τα 13 δισ. ευρώ.
Ταμείο Ανάκαμψης
Όμως αυτή η αύξηση των χορηγήσεων, οφείλεται κατά κύριο λόγο στα επιχειρηματικά δάνεια και κυρίως σε αυτά που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Το τελευταίο συμμετέχει με ποσοστό που μπορεί να φτάσει και το 50% σε επενδύσεις που εντάσσονται στον σχεδιασμό του ή εγγυάται μέρος του επιτοκίου και έτσι στην ουσία αφαιρεί το ρίσκο από τα δάνεια.
Και βέβαια, τα επιχειρηματικά δάνεια κατευθύνονται στις λίγες, κυρίως μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες θεωρούνται φερέγγυες, αλλά μένει από έξω η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων οι οποίες ακόμα κι άν δεν είναι εγκλωβισμένες σε κόκκινα δάνεια της κρίσης, θεωρούνται αφερέγγυες για τραπεζικό δανεισμό με τα αυστηρά κριτήρια που θέτουν οι τράπεζες.
Την ίδια στιγμή, τα νέα καθαρά δάνεια προς νοικοκυριά μειώνονται, αφού ακόμα και οι πελάτες που μπορούν να πάρουν στεγαστικό ή καταναλωτικό δάνειο, φοβούνται να το κάνουν, βλέποντας το κυνήγι που έχουν εξαπολύσει οι τράπεζες -οι ίδιες ή μέσω των εισπρακτικών (servicers)- στους δανειολήπτες που γονάτισαν από την κρίση.
Την περασμένη χρονιά, τα καθαρά νέα δάνεια προς τα νοικοκυριά μειώθηκαν κατά -0,1%, ενώ στην υπόλοιπη ευρωζώνη αυξάνονται με ρυθμό 2,5%.
Όσο για το δείκτη χρέους των νοικοκυριών ως προς το ΑΕΠ αυτός υπολογίζεται στο 25-30%, ενώ είναι 51% στην Ευρωζωνη.
Ο δείκτης χρέους των επιχειρήσεων σε σχέση με το ΑΕΠ υπολογίζεται σε 30-35% στην Ελλάδα, ενώ φτάνει το 67% στην ευρωζώνη.
Κρατική στήριξη
Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι ελληνικές τράπεζες, παρουσιάζουν συνεχώς αυξανόμενα κέρδη, χωρίς να κάνουν τη βασική «δουλειά» τους που είναι να χρηματοδοτούν την οικονομία. Όμως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στηρίχθηκαν στη διάρκεια της κρίσης και συνεχίζουν να στηρίζονται με κρατικό χρήμα και κρατικές εγγυήσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων. Οι Ελληνες φορολογούμενοι πλήρωσαν την διάσωση για να σταθούν οι τράπεζες στα πόδια τους και να δώσουν δάνεια προκειμένου να κινηθεί η οικονομία.
Όμως στην πράξη, η υπόθεση εξελίχθηκε διαφορετικά, αφού οι τράπεζες εξυγιάνθηκαν με κρατικό χρήμα και κρατικές εγγυήσεις, αλλά αντί να δίνουν δάνεια σε ελληνικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά, έχουν εξελιχθεί σε μηχανή παραγωγής κερδών από τη διαχείριση των (χαμηλότοκων) καταθέσεων, τα οποία μοιράζουν ως μέρισμα στους μετόχους (ξένους, κατά μεγάλο ποσοστό) και να συντηρούν την άνοδο των μετοχών τους.
Αυτό είναι το «μαύρο κουτί» των ελληνικών συστημικών τραπεζών, το οποίο λειτουργεί χάρη στη στήριξη του Κράτους, η οποία δεν περιορίστηκε στη διάρκεια της κρίσης, αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Οι τράπεζες έχουν το προνόμιο της αναβαλλόμενης φορολογίας (Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις) που τους επιτρέπει να μην πληρώνουν το φόρο που τους αναλογει αλλά να τον υπολογίζουν ως κεφάλαιο (περί τα 12 δισ. ευρώ σήμερα) ενώ επωφελούνται και από κρατικές εγγυήσεις γύρω στα 20 δισ. ευρώ τις οποίες πήραν για να ξεφορτωθούν τα κόκκινα δάνεια από τους ισολογισμούς τους.
Αποδανειοποίηση
Μια από τις επίσημες εξηγήσεις που δίνονται για αυτές τις χαμηλές επιδόσεις του τραπεζικού συστήματος και την αποτυχία (ή απροθυμία) να χρηματοδοτήσει την ελληνική οικονομία, είναι η «αποδανειοποίηση» (deleveraging) που ακολούθησε την περίοδο της κρίσης.
Είναι αλήθεια ότι οι δείκτες δανείων ως προς το ΑΕΠ είχαν εκτοξευτεί (γύρω στο 100% του ΑΕΠ) πριν το 2010, λόγω της τραπεζικής φούσκας που είχε δημιουργηθεί τότε με εύκολα δάνεια προς κάθε κατεύθυνση (διακοποδάνεια, στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά κ.λπ).
Είναι επίσης αλήθεια ότι για τη φούσκα εκείνη ήταν υπεύθυνες οι ίδιες οι τράπεζες, αφού έδιναν τα δάνεια χωρίς ουσιαστικό έλεγχο σκοπιμότητας ή φερεγγυότητας, με μόνο σκοπό να εισπράξουν προμήθειες και έσοδα από τόκους.
Τα «σπασμένα» της διάσωσης πλήρωσαν οι παλιοί μέτοχοι των τραπεζών που είδαν τις μετοχές τους να εξαφανίζονται και οι φορολογούμενοι που πλήρωσαν τη διάσωση των τραπεζών.
ΟΙ φορολογούμενοι συνεχίζουν να πληρώνουν και σήμερα για την στήριξη των τραπεζών, των κερδών και των μετοχών τους.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα οι κύριοι μέτοχοι των συστημικών τραπεζών είναι διαφορετικοί και προέρχονται από το εξωτερικό και ότι έχουν αλλάξει και οι διοικήσεις των τραπεζών, οι οποίες λειτουργούν μέσα σε μια φούσκα προνομίων και χρυσών αμοιβών.
«Ηρακλής» και πλειστηριασμοί
Λόγω του κακού παρελθόντος, υποστηρίζουν οι τράπεζες ότι είναι υποχρεωμένες να τηρούν πολύ αυστηρούς όρους χρηματοδότησης, ώστε να μην επαναληφθεί η φούσκα και γιαυτό δίνουν τα δάνεια με το σταγονόμετρο.
Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια.
Η «αποδανειοποίηση» του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είναι εικονική, διότι η μείωση των δανείων που εμφανίζουν οι τράπεζες στους ισολογισμούς, δεν είναι πραγματική αλλά οφείλεται στο ότι τα κόκκινα δάνεια μεταφέρθηκαν στα funds-κοράκια και στις εισπρακτικές (servicers).
Η μεταφορά των κόκκινων δανείων στα funds και τις εισπρακτικές έγινε με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων μέσω των κρατικών εγγυήσεων του σχήματος «Ηρακλής» αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να κάνουν πλειστηριασμούς.
Στις εισπρακτικές συμμετέχουν μετοχικά και οι ίδιες οι συστημικές τράπεζες μαζί με ξένες πτωχευτικές εταιρείες και όλοι μαζί αποκομίζουν κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από την εκμετάλλευση των κόκκινων δανείων, κυρίως με πλειστηριασμούς, τους οποίους προτιμούν από τις ρυθμίσεις των δανείων, γιατί αποδίδουν πιο γρήγορα και περισσότερα.
Υπό κανονικές συνθήκες και σε ένα ευνομούμενο Κράτος, η Πολιτεία θα είχε μεν στηρίξει τις τράπεζες, αλλά θα είχε προβλέψει αυτές να ανταποδώσουν λειτουργώντας προς όφελος της ελληνικής οικονομίας, ενώ θα είχε φροντίσει και το κόστος της κρίσης να επιμεριστεί και να διασφαλίσει συνθήκες ομαλής μετάβασης και δεύτερης ευκαιρίας για τους δανειολήπτες που έπεσαν κι αυτοί θύμα της κρίσης.
Όμως, αντιθετα, δεκαπέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης και αφού οι Έλληνες φορολογούμενοι έχουν πληρώσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για τις τράπεζες , τα κόκκινα δάνεια (γύρω στα 80 δισ. ευρώ) παραμένουν ανοιχτή πληγή για τους πολίτες και την οικονομία, ενώ οι συστημικές τράπεζες έχουν εξελιχθεί σε μια κλειστή «φούσκα» προνομίων η οποία «σνομπάρει» τον κορμό της ελληνικής επιχειρηματικότητας και παράγει κέρδη από τα οποία ένα μεγάλο μέρος φεύγει στο εξωτερικό.


