Περισσότεροι από 82.000 Έλληνες διαθέτουν περιουσία που ξεπερνά το ένα εκατομμύριο δολάρια, σύμφωνα με την ετήσια Global Wealth Report 2026 της UBS, η οποία αποτυπώνει την εικόνα του ιδιωτικού πλούτου σε περισσότερες από 50 χώρες.
Την ίδια ώρα, η έκθεση αναδεικνύει ότι η περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένη κυρίως με τα ακίνητα, ενώ οι τοποθετήσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα παραμένουν αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με τις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ελβετικής τράπεζας, στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 82.000 εκατομμυριούχοι σε δολάρια, ενώ μόνο μέσα στο 2025 προστέθηκαν 2.762 νέοι, καταγράφοντας αύξηση 3,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η εξέλιξη αυτή ακολουθεί τη διεθνή τάση, καθώς παγκοσμίως δημιουργήθηκαν σχεδόν ένα εκατομμύριο νέοι εκατομμυριούχοι μέσα σε έναν χρόνο, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να συγκεντρώνουν σχεδόν τους μισούς.
► Πού «κρύβονται» οι πλούσιοι του κόσμου: Εντυπωσιακή η άνοδος της Ελλάδας
Παρά την αύξηση του αριθμού των εύπορων νοικοκυριών, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές ανισότητες στην κατανομή του πλούτου. Ο μέσος καθαρός πλούτος ανά ενήλικα διαμορφώθηκε στο τέλος του 2025 στις 143.343 δολάρια, κατατάσσοντας τη χώρα στην 30ή θέση διεθνώς.
Ωστόσο, η διάμεση περιουσία, που αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την οικονομική κατάσταση του μέσου πολίτη, ανέρχεται σε μόλις 59.162 δολάρια, λιγότερο από το μισό του μέσου όρου. Η διαφορά αυτή καταδεικνύει ότι σημαντικό μέρος του συνολικού πλούτου συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό νοικοκυριών.
Η έκθεση επισημαίνει ακόμη ότι, την τελευταία πενταετία, η μέση περιουσία ανά ενήλικα αυξήθηκε κατά περίπου 5%, ενώ η διάμεση περιουσία υποχώρησε, γεγονός που αντανακλά τη διεύρυνση των ανισοτήτων.
Ο πλούτος παραμένει στα ακίνητα
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας αφορά τη σύνθεση της ελληνικής περιουσίας. Μόλις το 36,1% της ακαθάριστης περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών αποτελείται από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, όπως καταθέσεις, μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και άλλες επενδύσεις.
Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου εξακολουθεί να βρίσκεται στην ακίνητη περιουσία, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική προτίμηση των Ελλήνων στην αγορά και διακράτηση ακινήτων. Το ποσοστό των χρηματοοικονομικών επενδύσεων είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών, καθώς στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχεί περίπου στο 79% της συνολικής περιουσίας και στην Ελβετία ξεπερνά το 65%.
Οι ανισότητες παραμένουν έντονες
Η UBS χρησιμοποιεί τον δείκτη Gini για να αποτυπώσει τον βαθμό συγκέντρωσης του πλούτου. Για την Ελλάδα ο δείκτης διαμορφώνεται στο 0,60, επίπεδο που υποδηλώνει σημαντικές ανισότητες, αν και χαμηλότερες από εκείνες που καταγράφονται σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία ή η Βραζιλία.
Η εικόνα αυτή εξηγεί και τη μεγάλη απόσταση μεταξύ μέσου και διάμεσου πλούτου, καθώς οι πολύ μεγάλες περιουσίες αυξάνουν τον μέσο όρο χωρίς να αντανακλούν την πραγματική οικονομική κατάσταση της πλειονότητας των ελληνικών νοικοκυριών.
Ήπια άνοδος μετά την πανδημία
Σε πραγματικούς όρους, μετά την προσαρμογή για τον πληθωρισμό, η Ελλάδα καταγράφει ήπια αύξηση του ιδιωτικού πλούτου από το 2020 έως σήμερα. Η επίδοση αυτή υπολείπεται χωρών όπως η Νότια Κορέα, η Κροατία και η Ρωσία, ωστόσο είναι καλύτερη από εκείνη ορισμένων δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών που κατέγραψαν απώλειες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ολλανδία.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2025 εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες χρονιές της τελευταίας δεκαετίας για τον ιδιωτικό πλούτο, με συνολική αύξηση 10,8%, χάρη στην άνοδο των χρηματιστηρίων, αλλά και στην ενίσχυση της αξίας των μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.


