Σε μια σημαντική αναμόρφωση του συστήματος υποστήριξης των μεταναστών κατά το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας προχωρά η κυβέρνηση, αφαιρώντας την αρμοδιότητα από τις ΜΚΟ και αναθέτοντας τη δωρεάν νομική καθοδήγηση αποκλειστικά σε δικηγόρους που θα είναι εγγεγραμμένοι σε ένα ειδικό μητρώο. Παράλληλα, θεσπίζεται ένα επιπλέον οικονομικό κίνητρο 250 ευρώ για τους νομικούς, στην περίπτωση που ο αιτών επιλέξει να αποχωρήσει οικειοθελώς από τη χώρα και η διαδικασία ολοκληρωθεί επιτυχώς.
Όλες οι παραπάνω αλλαγές αποτυπώνονται στη νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ), η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ και φέρει τις υπογραφές του αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση, του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη και του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνου Πλεύρη.
Βασικός πυλώνας του νέου πλαισίου είναι η δημιουργία του «Μητρώου Δικηγόρων Νομικής Καθοδήγησης». Η τήρησή του ανατίθεται στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, υπό την άμεση εποπτεία της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η ενημέρωση των μεταναστών θα πραγματοποιείται αποκλειστικά από ειδικά επιμορφωμένους δικηγόρους, οι οποίοι θα υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο και συγκεκριμένους περιορισμούς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το άρθρο 9 της νέας απόφασης, το οποίο καθορίζει την οικονομική διάσταση της διαδικασίας. Η πάγια αμοιβή για κάθε δικηγόρο διαμορφώνεται στα 160 ευρώ (πλέον ΦΠΑ) ανά συνεδρία, ανεξάρτητα από το αν η ενημέρωση διεξάγεται σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. Ωστόσο, προβλέπεται και ένα σημαντικό μπόνους της τάξης των 250 ευρώ (πλέον ΦΠΑ).
Το συγκεκριμένο ποσό καταβάλλεται εφόσον οι αιτούντες, οι οποίοι δεν διαθέτουν ισχυρό προσφυγικό προφίλ, προχωρήσουν σε αίτηση εθελούσιας ή οικειοθελούς αναχώρησης μέσα σε διάστημα δύο μηνών από την πραγματοποίηση της συνεδρίας. Η κρίσιμη λεπτομέρεια, ωστόσο, είναι πως το πρόσθετο αυτό ποσό δεν δίνεται απλώς με την κατάθεση της αίτησης, αλλά απαιτείται η οριστική ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής.
Η φιλοσοφία της εν λόγω ρύθμισης ευθυγραμμίζεται πλήρως με την ευρύτερη πολιτική γραμμή που προωθεί το υπουργείο Μετανάστευσης, η οποία εδράζεται στην αρχή πως όσοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας δεν νοείται να παραμένουν στη χώρα. Πρόκειται για το σχήμα που το αρμόδιο υπουργείο συνοψίζει στη φράση «φυλακή ή επιστροφή», επεκτείνοντας αυτή τη λογική και στο κομμάτι της αρχικής νομικής ενημέρωσης.
Ο ρόλος των δικηγόρων θα εστιάζεται στον πρώτο βαθμό εξέτασης του αιτήματος για διεθνή προστασία. Οι μετανάστες θα ενημερώνονται αναλυτικά για τα στάδια που ακολουθούν, τα δικαιώματά τους, αλλά και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στις αρχές. Στο επίκεντρο της ενημέρωσης θα βρίσκεται η διαδικασία κατάθεσης της αίτησης, η προσβολή τυχόν αρνητικών αποφάσεων και τα πιθανά νομικά εμπόδια.
Εξαιρετικά σημαντικό είναι το γεγονός ότι η νομική καθοδήγηση θα ξεκαθαρίζει στον αιτούντα αν διαθέτει ή όχι ισχυρό προσφυγικό προφίλ. Σε περιπτώσεις μεταναστών που προέρχονται από κράτη με ποσοστά αναγνώρισης κάτω του 20%, η ενημέρωση θα περιλαμβάνει σαφείς προειδοποιήσεις για τις ποινικές συνέπειες της παράνομης εισόδου και παραμονής. Ταυτόχρονα, θα παρουσιάζονται εκτενώς οι επιλογές της οικειοθελούς αναχώρησης και της ένταξης σε προγράμματα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης, ώστε ο αιτών να έχει πλήρη εικόνα των εναλλακτικών του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το νέο σύστημα δεν μεταφράζεται σε πλήρη νομική εκπροσώπηση. Οι δικηγόροι δεν θα συντάσσουν υπομνήματα, ούτε θα προετοιμάζουν τους μετανάστες για την ουσία της συνέντευξής τους.
Αυτός ο περιορισμένος χαρακτήρας της ενημέρωσης επιτρέπει και τη διεξαγωγή ομαδικών συνεδριών. Σύμφωνα με την απόφαση, η καθοδήγηση θα γίνεται κυρίως σε γκρουπ έως 15 ατόμων που μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, όπως η εθνικότητα ή το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεσή τους. Σε περιπτώσεις αυξημένων ροών, οι ομάδες μπορεί να φτάσουν έως και τα 50 άτομα, ενώ ατομικές συνεδρίες προβλέπονται κυρίως για τους ποινικούς κρατούμενους.
Η διαδικασία προβλέπεται ταχύτατη: μόλις υποβληθεί το αίτημα, η αρμόδια αρχή έχει περιθώριο δύο εργάσιμων ημερών για να οργανώσει τη συνεδρία και να ενημερώσει την Ολομέλεια, η οποία με τη σειρά της πρέπει να επιβεβαιώσει τον ορισμό του δικηγόρου μέσα σε μία εργάσιμη ημέρα. Προτεραιότητα δίνεται σταθερά σε όσους υπάγονται στις διαδικασίες συνόρων, καθώς αποτελούν τις πιο άμεσες περιπτώσεις προς διαχείριση.
Οι οικονομικοί όροι είναι απολύτως ξεκάθαροι: τα 160 ευρώ της συνεδρίας καταβάλλονται κανονικά στον δικηγόρο ακόμη και αν οι αιτούντες δεν εμφανιστούν, αρκεί να έχουν προσκληθεί νομότυπα. Αντιθέτως, αν η απουσία βαραίνει τον ίδιο τον νομικό, δεν προβλέπεται καμία αποζημίωση.
Τέλος, το νέο πλαίσιο θεσπίζει πολύ αυστηρά ασυμβίβαστα για να αποφευχθεί η εκμετάλλευση του συστήματος. Δικηγόρος που συμμετέχει στη νομική καθοδήγηση ενός αιτούντος στο πλαίσιο αυτού του μητρώου, απαγορεύεται αυστηρά να αναλάβει τη συνέχεια της υπόθεσης ως ιδιώτης συνήγορος του ίδιου ατόμου, διασφαλίζοντας έτσι τον αντικειμενικό χαρακτήρα της κρατικής παροχής και τον σεβασμό στο δικηγορικό απόρρητο.


