Showbiz

Μάρω Κοντού: Η μυθιστορηματική ζωή μιας «Ιταλίδας» από το Κουκάκι

Η Μάρω Κοντού που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών έζησε μια ζωή γεμάτη ανατροπές και δημιουργία.
Μάρω Κοντού

Η Μάρω Κοντού που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών θα παραμείνει στο μυαλό μας ως εξαίρεση στον κανόνα που θέλει να ξεχνάμε τους σταρ μας μετά από κάποια ηλικία και να τους ξαναθυμόμαστε στο τέλος της ζωής τους. Η ηθοποιός παρέμεινε ενεργή επαγγελματικά και κοινωνικά ως την τελευταία στιγμή. Η τελευταία εμφάνισή της στην τηλεόραση ήταν στην σειρά του Ανδρέα Γεωργίου «Η γη τη ελιάς» που ολοκληρώθηκε στο Mega μετά από 5 ολόκληρες σεζόν. Η Μάρω Κοντού συμμετείχε από την αρχή, υποδυόμενη την μητέρα της Άντζελας Γκερέκου, μια γυναίκα «μπαρουτοκαπνισμένη» και ανένδοτη, η οποία είχε κάνει φυλακή για φόνο.

Η «γέννηση» της Μάρως Κοντού

Στην πραγματική ζωή της, η Μάρω Κοντού δεν είχε καμία προφανή ομοιότητα με την Μαρία Αναγνώστου, τον χαρακτήρα που σηματοδότησε την επιστροφή της στα πλατό. Γεννημένη στον Πειραιά, σε μεσοαστική οικογένεια, δέχτηκε το πρώτο πλήγμα στη ζωή της σε ηλικία μόλις 2 ετών. Έχασε τον πατέρα της από φυματίωση, η οποία «θέριζε» ακόμα και «μετανάστευσε» μαζί με την μητέρα και την αδελφή της στο Κουκάκι, στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού.

Τα χρόνια στο Κουκάκι τα θυμόταν μέχρι το τέλος με ευχαρίστηση – ποτέ με νοσταλγία διότι η Μάρω Κοντού ήταν κάθετα αντίθετη σε κάθε μορφή νοσταλγικής αναπόλησης. Η γειτονιά ήταν τα χρόνια εκείνα ένας αστικός παράδεισος με μονοκατοικίες με κηπάκια, όπου «φύτρωσαν» κάποια από τα πιο γνωστά ονόματα στον χώρο της Τέχνης τη εποχής. Ανάμεσα στους γείτονες της οικογενείας ήταν ο Μάριος Πλωρίτης, η Κατερίνα Γιουλάκη, η Νάνα Μούσχουρη κ.ά.

Παρά το εύφορο καλλιτεχνικό περιβάλλον, η οικογένεια της Μάρως Κοντού δεν είδε με καλό μάτι την καλλιτεχνική κλίση της νεαρής κοπέλας. Παρότι τελείωσε με άριστα την σχολή χορού της Κούλας Πράτσικα στο Κολωνάκι -μετέπειτα Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης- και έλαβε υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές της στη Γερμανία, εκείνοι ήταν ανένδοτοι. Απέρριψαν την ιδέα χωρίς καμία συζήτηση και απαίτησαν να δώσει εξετάσεις για να προσληφθεί στην Εθνική Τράπεζα.

Εκείνη θα «κλωτσήσει», θα γράψει στην κόλλα της ότι δεν θέλει να προσληφθεί κι ότι παίρνει μέρος στις εξετάσεις γιατί την πιέζουν και θα μείνει εκτός. Όμως, οι σπουδές της του χορού δεν πήγαν χαμένες. Ως απόφοιτη της Πράτσικα πήρε μέρος στις οντισιόν που οργάνωσε ο Δημήτρης Ροντήρης για τον χορό σε παράσταση αρχαία τραγωδίας όπου ξεχώρισε.

Η επιτυχία της έγινε δεκτή από την γιαγιά της με την φράση «φτου σου, πουτανάκι», κάτι που ατσάλωσε την αποφασιστικότητά της να πετύχει στον χώρο που αγαπούσε.

Το ντεμπούτο της στο σανίδι έγινε στην πρώτη παράσταση των Επιδαυρίων το 1954 με τον «Ιππόλυτο». Ακολούθησαν τεσσερισήμισι χρόνια μαθητείας στο Εθνικό για τα οποία δεν μετάνιωσε ποτέ. Παρά τη σκληρή δουλειά, τις πενιχρές αποδοχές και την ανύπαρκτη αναγνώριση.

Η Μάρω Κοντού αγωνίστηκε και πέτυχε να πάρει άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο. Αυτό ήταν βασική προϋπόθεση την εποχή εκείνη για να πατήσει κανείς στο θεατρικό σανίδι. Στη συνέχεια τα βήματά της την οδήγησαν στην «αυλή» του Δημήτρη Χορν. Τρεις σεζόν έπαιξαν μαζί μέχρι τη στιγμή που η τύχη έφερε στον δρόμο τους τον Μάνο Χατζιδάκι και την εμπνευσμένη «Οδό Ονείρων».Από την «Οδό Ονείρων» η Μάρω Κοντού θα φύγει έχοντας στις αποσκευές της μια τεράστια επιτυχία, τη «Μαύρη Φορντ», ένα τραγούδι γραμμένο ειδικά για την ίδια που όμως δεν της άρεσε καθόλου στην αρχή. Παρέμεινε στην παράσταση και είπε το τραγούδι που την καθιέρωσε μετά από πίεση του Χορν, ο οποίος, φυσικά, δικαιώθηκε.

Η επαγγελματική ενηλικίωση

Όσο και αν την καλούσε το θέατρο, η Μάρω Κοντού δεν απέφυγε τον πειρασμό του ελληνικού σινεμά της εποχής. Ήταν ο μοναδικός τρόπος ένας νέος ηθοποιός να γίνει γρήγορα γνωστός και να βγάλει κάποια ικανοποιητικά λεφτά.

Η πρώτη της ταινία ήταν τα «Κίτρινα Γάντια» του Σακελλάριου το ’60. Η παραγωγή ήταν της Φίνος Φιλμς και πήγε εξαιρετικά στα ταμεία. Όμως. Η συνεργασία της ηθοποιού με την εταιρεία δεν ευδοκίμησε.

«Δεν πήρα χαμπάρι τον ανταγωνισμό. Πολλά χρόνια μετά έμαθα μερικά πράγματα. Ότι μέσα στη Φίνος Φιλμ μία από τις δύο ξανθές -η Βουγιουκλάκη ή η Λάσκαρη- είπε “δεν θέλω την Κοντού”. “Ή αυτή ή εγώ” ότι είπε στον Φίνο. Και περιέργως έκανα μία ταινία που έκανε τρομερά εισιτήρια, την “Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη”» είπε το 2025 η ηθοποιός στη Δώρα Αναγνωστοπούλου για τις ανάγκες του αφιερώματος της εκπομπής της «MEGA Stories» στο ελληνικό «Χόλυγουντ».

Και πρόσθεσε: «Ευτυχώς που δεν το έμαθα τη στιγμή που έπρεπε, πήγα στην εταιρεία Καραγιάννης-Καραντζόπουλος και πέρασα πολύ πολύ πολύ όμορφα κι έκανα κι αξιόλογες ταινίες. Είμαι περήφανη για τις ταινίες που έχω κάνει», εξομολογήθηκε η Μάρω Κοντού.

Ακολούθησαν πολλές ταινίες ως την κάμψη του ελληνικού σινεμά το ’70. «Την παρακμή του κινηματογράφου το ’70 τη θεώρησα πολύ φυσική, δεν με ξένισε. Όλα στην τέχνη παρουσιάζουν κάποτε μια κάμψη, διεθνώς. Υπάρχει μια δεκαετία ακμής και μετά ακολουθεί η πτώση. Μετά από αυτό είχα μόνο το θέατρο. Ως επί το πλείστον, κωμωδίες. Υπέροχα έργα που δεν τα σνομπάρω καθόλου. Δεν σνομπάρω καθόλου ούτε Τσιφόρο-Βασιλειάδη, ούτε Γιαλαμά-Πρετεντέρη, ούτε Ψαθά. Κάναμε ουρές με αυτά. Ήμουν συνθιασάρχισσα άλλοτε με τον Κωνσταντάρα, άλλοτε με τον Βουτσά ή τον Κωνσταντίνου» είπε με τον ρεαλισμό που την διακρίνει σε συνέντευξη που παραχώρησε πολλά χρόνια μετά στη LIFO.

Η πολιτικός Μάρω Κοντού

«Καθώς άλλαζε η Ελλάδα, βίωνα τη μετάβαση όπως οι περισσότεροι Έλληνες. Μεταξύ αγωνίας, άγχους και απορίας. Εγώ συνέχισα να κάνω θέατρο, συμμετείχα στο Τι είδε ο Γιαπωνέζος με τον Λαζόπουλο, που λατρεύω το χιούμορ του – κάναμε και μια περιοδεία μαζί. Ακολούθησαν κάποιες θεατρικές βλακείες, κάτι επιθεωρήσεις που δεν μου άρεσαν, και είπα στοπ. Είπα, δεν θα ξανακάνω τα ίδια» είπε η Μάρω Κοντού στο τέλος της δεκαετία του ’90. Τα μηνύματα ήταν ανησυχητικά, οι προτάσεις όχι και τόσο ελκυστικές και τα χρήματα δεν αποτελούσε πλέον δέλεαρ.

Και το τήρησε. Το 1994 εκλέχτηκε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων με τον συνδυασμό του Δημήτρη Αβραμόπουλου. Στη διάρκεια της θητείας της υπήρξε πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9.84 (1995 – 2002), και δύο χρόνια πρόεδρος του κέντρου βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ» (2004 – 2006).

Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1999 με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, μια εμπειρία που η ίδια βρήκε απογοητευτική. «Ένιωθα ξένο σώμα» είπε χρόνια μετά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι συνάδελφοί της στο κοινοβούλιο νοιάζονταν πιο πολύ για την δική τους μακροημέρευση και λιγότερο για τις αγωνίες των πολιτών.

Ο έρωτας στη ζωή της Μάρως Κοντού

Η Μάρω Κοντού υπήρξε τα τελευταία χρόνια απολύτως διαφανής σε ό,τι φορούσε την ερωτική ζωή της. Παραδέχτηκε ότι τα πρώτα χρόνια της καριέρας τη ήταν πολύ επηρεασμένη από την οικογένεια της. Η συμπεριφορά της, από το ντύσιμό της ως τη σχέση της με τους άνδρες που την περιτριγύριζαν, ορίζονταν από την προσπάθειά της να ξεφύγει από την εικόνα της «ελαφριάς» ξανθιάς που κυριαρχούσε στη showbiz. Ήταν απρόσιτη και η απειρία της δεν της επέτρεπε να διεκδικήσει όσα θα ήθελε.

Καταλυτικό ρόλο στην προσωπική ζωή της έπαιξε και το γεγονός ότι πολύ νωρίς, σε ηλικία 22 ετών, έμαθε ότι δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Ήταν κάτι που την θορύβησε τότε, σε σημείο να επισκεφτεί ειδικούς και στο εξωτερικό. Όμως, εκ των υστέρων, θεώρησε ότι ήταν θείο δώρο. Δεν υποχρεώθηκε στους συμβιβασμούς που υποχρεώθηκαν οι περισσότερες γυναίκες της γενιάς της λόγω μητρότητα και διατήρησε την ανεξαρτησία της μέχρι τέλους.

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας της Φίνος, Αριστείδη Καρύδη-Φουξ. Παντρεύτηκαν μετά από 5 χρόνια σχέσης, την οποία εκείνος επιδίωξε πιεστικά, και χώρισαν μετά από 2 χρόνια γάμου. Ήταν ένας από τους πιο ωραίους άνδρες της εποχής του, γνωστός για τις κατακτήσεις του, και, όπως είπε σε συνέντευξή της η ηθοποιός, την απάτησε. Η ίδια επέλεξε να μην κάνει τα στραβά μάτια και να δώσει τέλος στη σχέση τους. Παρόλα αυτά παρέμειναν καλοί φίλοι για την υπόλοιποι ζωή τους.

Ακολούθησαν και άλλοι δεσμοί, οι περισσότεροι πίσω από κλειστές πόρτες, ως και σε μεγάλη ηλικία. Όμως, ποτέ δεν δεσμεύτηκε.

«Οι έρωτες κάνουν έναν κύκλο, καταλήγουν σε κάτι καλό ή τελειώνουν. Εκείνη την ώρα πονάς, καταριέσαι τον εαυτό σου ή τον άλλον, είσαι ευτυχισμένος, κλαις, η ζωή είναι ωραία ό,τι κι αν έχεις ζήσει, είναι υπέροχα τελικά. Τα πάντα εν σοφία εποίησε. Άλλη η ηλικία των 20, άλλη των 40, άλλη των 60. Μετά μπαίνει η λογική και τα επεξεργάζεσαι καλύτερα» εξομολογήθηκε.

Και μέχρι την τελευταία στιγμή υποστήριζε ότι η καλύτερη στιγμή της είναι όταν βάζει το κλειδί στην κλειδαριά του σπιτιού της και μέσα δεν την περιμένει κανένας. Μπορεί να ασχοληθεί με ό,τι την ευχαριστεί και τη γεμίζει, τα λουλούδια της, ακόμα και το να αλλάζει θέσεις στα έπιπλα, και να μην χρειάζεται τη σύμφωνη γνώμη κανενός.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
δημοσκόπηση εκλογές Chevron Left
H «μητέρα» των δημοσκοπήσεων: Ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό - Τι δείχνει ο μέσος όρος 8 μετρήσεων