Η Johnson & Johnson συμφώνησε να καταβάλει 5,5 δισ. δολάρια για τη διευθέτηση των υποθέσεων που παραμένουν σε εκκρεμότητα σχετικά με τη σύνδεση της γνωστής παιδικής πούδρας (ταλκ) της εταιρείας και την εμφάνιση καρκίνου των ωοθηκών. Πρόκειται για μια δικαστική διαμάχη δεκαετιών, με τις αγωγές να διαδέχονται η μια την άλλη και την εταιρεία να επιδιώκει να βάλει ένα οριστικό τέλος.
Η εταιρεία ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι κατέληξε σε συμφωνία με τις δικηγορικές εταιρείες που εκπροσωπούν τις ενάγουσες στις εκκρεμείς υποθέσεις για το ταλκ. Σύμφωνα με τη φαρμακευτική εταιρεία, προϋπόθεση για την εφαρμογή της συμφωνίας είναι να συμμετάσχει το 95% των εναγουσών των οποίων οι υποθέσεις δεν έχουν ακόμη διευθετηθεί.
Εφόσον ολοκληρωθεί, η συμφωνία θα μπορούσε να βάλει τέλος σε μια μακροχρόνια πηγή προβλημάτων για τη Johnson & Johnson, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες υγειονομικής περίθαλψης στον κόσμο. Εδώ και χρόνια, οι συγκεκριμένες δικαστικές διαμάχες επιβαρύνουν την εταιρεία, πλήττοντας τη φήμη της στους καταναλωτές αλλά και τους επενδυτές.
Πώς η Johnson & Johnson πέτυχε τη συμφωνία
Η Johnson & Johnson έχει καταθέσει και στο παρελθόν προτάσεις για τον συμβιβασμό των υποθέσεων, χωρίς όμως να καταφέρει να ολοκληρώσει κάποια συμφωνία. Αυτή τη φορά, ωστόσο, οι ενάγουσες εξέφρασαν τη στήριξή τους στη νέα πρόταση, μετά από πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις που απείλησαν τη βιωσιμότητα των αγωγών.
Την περασμένη εβδομάδα, δύο πραγματογνώμονες των εναγουσών δεν κατάφεραν να υποστηρίξουν ότι το ταλκ προκάλεσε συγκεκριμένα τον καρκίνο κάποιας μεμονωμένης γυναίκας και όχι κάποιος άλλος παράγοντας.
Ως αποτέλεσμα, ομοσπονδιακός δικαστής διέταξε τις ενάγουσες να εξηγήσουν γιατί οι αξιώσεις τους δεν θα έπρεπε να απορριφθούν. Η Johnson & Johnson αξιοποιεί πλέον την εξέλιξη αυτή ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα για τη συμφωνία των 5,5 δισ. δολαρίων.
Οι ισχυρισμοί των εναγουσών «στερούνται επιστημονικής βάσης και διατηρήθηκαν μόνο χάρη σε αναξιόπιστες γνωμοδοτήσεις ειδικών, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αντέξουν σε αυστηρό δικαστικό έλεγχο», ισχυρίστηκε ο Έρικ Χάας, παγκόσμιος αντιπρόεδρος δικαστικών υποθέσεων της Johnson & Johnson.
Ο ίδιος δικαστής απέκλεισε επίσης τη δικηγορική εταιρεία Beasley Allen από την Αλαμπάμα, η οποία είχε ψηφίσει κατά του σχεδίου πτώχευσης της Johnson & Johnson το 2024, από την εκπροσώπηση περίπου 5.500 γυναικών στις ομοσπονδιακές υποθέσεις.
Ο δικαστής έκρινε ότι η δικηγορική εταιρεία είχε συνεργαστεί με αθέμιτο τρόπο με πρώην δικηγόρο της Johnson & Johnson, ο οποίος διέθετε εσωτερική πληροφόρηση σχετικά με τη στρατηγική και τις σκέψεις της εταιρείας για έναν πιθανό συμβιβασμό. Η Beasley Allen έχει αρνηθεί ότι διέπραξε οποιαδήποτε παρατυπία.
«Η διευθέτηση αυτή δεν θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί χωρίς το θάρρος και την αποφασιστικότητα αυτών των γυναικών και των οικογενειών τους, οι οποίες απαίτησαν να λογοδοτήσει η Johnson & Johnson για τη συμπεριφορά της», δήλωσε από την πλευρά της η Μισέλ Πάρφιτ, εκ των επικεφαλής νομικών συμβούλων των εναγουσών και δικηγόρος της Ashcraft & Gerel LLP.
Τι προβλέπει η συμφωνία της Johnson & Johnson
Η Johnson & Johnson ανακοίνωσε ότι, βάσει της συμφωνίας, θα μπορούσε να καταβάλει έως και 3 δισ. δολάρια για την ικανοποίηση των αξιώσεων μέσα στο 2027, ενώ δεν προβλέπονται άλλες πληρωμές πριν από το 2028. Συνολικά, η εταιρεία δεσμεύτηκε να διαθέσει 5,5 δισ. δολάρια για την αποζημίωση των εναγουσών.
Η συμφωνία θα οριστικοποιηθεί εφόσον οι βασικές δικηγορικές εταιρείες που εκπροσωπούν τις ενάγουσες στις υποθέσεις για το ταλκ και τον καρκίνο των ωοθηκών συμφωνήσουν να συμμετάσχουν και εφόσον αποδεχθεί τον συμβιβασμό το 95% όσων έχουν καταθέσει αγωγές. Η διαδικασία για να διαπιστωθεί εάν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις ενδέχεται να διαρκέσει αρκετούς μήνες.
Πάνω από 80.000 αγωγές σε βάρος της Johnson & Johnson
Η Johnson & Johnson αντιμετώπιζε σχεδόν 80.000 αξιώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να διευθετηθούν μέσω της νέας συμφωνίας. Το 2024, η εταιρεία προσέφερε περισσότερα από 8 δισ. δολάρια στις ενάγουσες στο πλαίσιο μιας απόπειρας προσφυγής σε διαδικασία πτώχευσης, η οποία θα μπορούσε να είχε τερματίσει τις δικαστικές υποθέσεις για το ταλκ και τον καρκίνο των ωοθηκών. Ωστόσο, το σχέδιο δεν εγκρίθηκε τελικά από τον δικαστή και έκτοτε η φαρμακευτική εταιρεία συνέχισε να υπερασπίζεται τη θέση της στα δικαστήρια.
Η Johnson & Johnson επιχείρησε τρεις φορές να επιβάλει έναν συνολικό συμβιβασμό μέσω της διαδικασίας πτώχευσης, μεταφέροντας τις αξιώσεις σε θυγατρική εταιρεία και εντάσσοντας στη συνέχεια τη συγκεκριμένη θυγατρική στο Κεφάλαιο 11 του αμερικανικού πτωχευτικού κώδικα.
Οι δικαστές απέρριψαν και τις τρεις προσπάθειες, με πιο πρόσφατη εκείνη του Απριλίου του 2025. Το δικαστήριο έκρινε ότι η Johnson & Johnson, ως οικονομικά εύρωστη εταιρεία, δεν είχε θέση σε πτωχευτικό δικαστήριο και παρέπεμψε εκ νέου την υπόθεση στην κανονική δικαστική διαδικασία.


