Παρά το γεγονός ότι περισσότερες από 80 χώρες συμμετέχουν στο Μουντιάλ από το 1930 μέχρι σήμερα, μόλις οκτώ κατάφεραν να σηκώσουν το τρόπαιο.
Το ερώτημα γιατί ορισμένα κράτη κυριαρχούν διαχρονικά στο κορυφαίο ποδοσφαιρικό ραντεβού του πλανήτη απασχολεί όχι μόνο τους φιλάθλους, αλλά και πολιτικούς ηγέτες που βλέπουν το ποδόσφαιρο ως εργαλείο διεθνούς προβολής και εθνικού κύρους.
Ανάλυση του Economist επιχειρεί να δώσει απαντήσεις, εξετάζοντας παράγοντες όπως ο πλούτος, ο πληθυσμός, η σωματική διάπλαση και η γεωγραφική θέση των χωρών. Το συμπέρασμα είναι ότι κανένας παράγοντας από μόνος του δεν αρκεί για να εξηγήσει την επιτυχία.
► Το Στάδιο Αζτέκα γράφει ιστορία: Από τον Πελέ και τον Μαραντόνα, στη Σακίρα και μια παράξενη κατάρα
Οι οικονομικά ισχυρές χώρες διαθέτουν καλύτερες εγκαταστάσεις, ακαδημίες και προπονητές. Όμως αυτό δεν εγγυάται διακρίσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, παραμένουν ποδοσφαιρική δύναμη δεύτερης γραμμής, καθώς μεγάλο μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται σε άλλα αθλήματα.
Αντίστοιχα, οι πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου δεν έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την οικονομική τους ισχύ σε ποδοσφαιρική κυριαρχία.
Δεν αρκεί το ταλέντο
Ο πληθυσμός προσφέρει μεγαλύτερη «δεξαμενή» ταλέντων, αλλά ούτε αυτό αρκεί. Η Κίνα και η Ινδία, παρά τα δισεκατομμύρια κατοίκων τους, έχουν ελάχιστες παρουσίες σε τελικές φάσεις Μουντιάλ.
Ακόμη και το ύψος φαίνεται να παίζει ρόλο, καθώς οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο ιδανικός μέσος όρος για τους ποδοσφαιριστές είναι περίπου 1,81 μέτρα.
Ο σημαντικότερος παράγοντας, ωστόσο, αποδεικνύεται η γεωγραφία και η ποδοσφαιρική παράδοση που τη συνοδεύει.
Οι ευρωπαϊκές και οι νοτιοαμερικανικές χώρες απολαμβάνουν ένα διαχρονικό προβάδισμα χάρη στις ανεπτυγμένες ποδοσφαιρικές δομές, τα κορυφαία πρωταθλήματα, τις επενδύσεις στις ακαδημίες και τον τεράστιο αριθμό εξειδικευμένων προπονητών.
Η Ιαπωνία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που κατάφερε να αλλάξει επίπεδο μέσα από μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Από το 1992 υλοποίησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης του αθλήματος.
Δημιούργησε επαγγελματικές δομές και επένδυσε συστηματικά στις ακαδημίες, με αποτέλεσμα να συμμετέχει ανελλιπώς στα Μουντιάλ από το 1998 και να εξελιχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη.
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η μετανάστευση. Όλο και περισσότερες εθνικές ομάδες βασίζονται σε ποδοσφαιριστές που γεννήθηκαν εκτός της χώρας που εκπροσωπούν ή είναι παιδιά μεταναστών.
Το Μαρόκο έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του προηγούμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου με περισσότερους από τους μισούς παίκτες του γεννημένους στο εξωτερικό. Χώρες όπως η Σενεγάλη αξιοποιούν τη διασπορά τους για να ενισχύσουν την εθνική ομάδα.
Παρόμοια εικόνα συναντά κανείς και στις ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις.
Η Γαλλία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ποδοσφαιριστές με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Η Αγγλία διαθέτει αστέρες όπως ο Μπουκάγιο Σάκα και ο Μάρκους Ράσφορντ. Η Ισπανία έχει αναδείξει σε πρωταγωνιστή τον Λαμίν Γιαμάλ.
Η δύναμη της διαφορετικότητας στο Μουντιάλ
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι οι ομάδες με μεγαλύτερη πολιτισμική και καταγωγική ποικιλομορφία τείνουν να παρουσιάζουν καλύτερες επιδόσεις, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι η επιτυχία στο σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν εξαρτάται μόνο από το ταλέντο ή τα χρήματα, αλλά και από την ικανότητα μιας χώρας να αξιοποιεί ένα ευρύ και πολυσυλλεκτικό ανθρώπινο δυναμικό.
Τελικά, η κατάκτηση ενός Μουντιάλ δεν είναι προϊόν τύχης. Είναι αποτέλεσμα δεκαετιών επενδύσεων, ισχυρής ποδοσφαιρικής κουλτούρας, σωστού σχεδιασμού. Και, όπως αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο, της δύναμης που μπορεί να προσφέρει η διαφορετικότητα.


