Σοβαρά ερωτήματα έχουν προκύψει για τον ρόλο του 66χρονου στην υπόθεση του θανάτου της 19χρονης στο Αργοστόλι Κεφαλονιάς. Πρόκειται για τον άνδρα ο οποίος το μοιραίο βράδυ είχε επικοινωνία με την Μυρτώ και της έστειλε χρήματα, τα οποία του ζήτησε η ίδια.
Ο 66χρονος έστειλε στη Μυρτώ μέσω IRIS 220 ευρώ, επειδή, όπως είπε στους αστυνομικούς, τη λυπήθηκε και θέλησε να τη βοηθήσει ώστε να μπορέσει να διανυκτερεύσει σε ένα ασφαλές μέρος. Η Μυρτώ και ο 23χρονος φίλος της, αργά το βράδυ της Δευτέρας, ξεκίνησαν για το δωμάτιο που έκλεισαν με τα χρήματα του 66χρονου και έφτασαν 27 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα.
Πόσο αγαθές ήταν οι προθέσεις του 66χρονου, ποια η σχέση του με τη Μυρτώ και γιατί δέχτηκε τόσο γρήγορα να της στείλει τα χρήματα εκείνο το βράδυ; Μιλώντας στην εκπομπή Live News του Mega, ο 66χρονος κατέθεσε τους δικού του ισχυρισμούς σχετικά με το πώς γνώρισε την 19χρονη, γιατί τις έδωσε χρήματα αλλά και τι συνέβη εκείνο το βράδυ. Σημειώνεται πως – όπως υποστήριξε – και παλαιότερα ο 23χρονος του είχε ζητήσει 200 ευρώ.
Πότε γνώρισε την Μυρτώ
«Έδωσα κατάθεση, η οποία κράτησε τέσσερις ώρες περίπου και με ξανακάλεσαν. Δεκαπέντε – την πρώτη φορά – και δεκαέξι μου ζητήσανε συμπληρωματική και πήγα και παρέδωσα και το κινητό μου», δήλωσε και πρόσθεσε:
«Εκεί για πρώτη φορά (στην ομαδική συνομιλία), ο Ο… με κάλεσε και είχε συνακρόαση, δεν ξέρω πώς το λένε, με την εκλιπούσα. Και μου τη σύστησε σαν φίλη του και είπε και το όνομα Μυρτώ αλλά δεν το είχα συγκρατήσει και ιδιαίτερα».
«Δεν με ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Τέλος πάντων, πέντε πραγματάκια. Τι κάνεις; Πώς είσαι; Καλά, ευχαριστώ. Πού θα κάνετε Πάσχα και τα υπόλοιπα. Και σκέφτομαι να πάω για δουλειά αλλά δεν ξέρω πού να πάω. Κάτι τέτοια μου έλεγε. Ε, εντάξει, του λέω. Δεν είπαμε πολλά πράγματα. Απλώς ήταν η πρώτη μας επαφή. Έγινε μια επικοινωνία με μηνύματα, Μεγάλη Δευτέρα ή Μεγάλη Τρίτη, με την εκλιπούσα. Του στυλ τι κάνεις; Πώς είσαι; Α, τυπικά πράγματα. Όχι, τίποτα ιδιαίτερο».
Η επικοινωνία το μοιραίο βράδυ
«Το μοιραίο βράδυ, 23.38 με πήρε βιντεοκλήση η εκλιπούσα, κανονικά ντυμένη, καθισμένη σε κάτι σκαλιά, έξω από ένα, φαρμακείο ήταν; Τράπεζα ήταν… δεν κατάλαβα. Σε όχι καλή κατάσταση. Και μου είπε ότι έφυγε από το σπίτι, τσακώθηκε και έφυγε από το σπίτι και ότι θα μείνει στα παγκάκια και το έχει ξανακάνει και δεν μπορεί, δεν την καταλαβαίνουν και κάτι τέτοια».
«Της είπα, εντάξει, γονείς είναι. Υπάρχει μια διάσταση μεταξύ γενεών. Επέμενε, δεν έχω χρήματα, έχω λίγη μπαταρία και θα μείνω στα παγκάκια. Κάτι τέτοιο. Δηλαδή, επέμενε. Της λέω κοίταξε, δεν έχεις κάπου να πας σε μία φίλη σου, ξέρω εγώ, σε κάποιον δικό σου άνθρωπο να μείνεις και αύριο μέρα είναι, να σκεφτείς λογικά και να δεις τι θα κάνεις. Όχι, δεν έχω κανέναν».
Τα λεφτά, το σπίτι στην Αθήνα και η πρόταση για Πρέβεζα
«Λοιπόν, της λέω, κοίτα να δεις. Δώσε μου ένα IBAN να σου βάλω κάποια χρήματα, να πας να βρεις ένα δωμάτιο να μείνεις, να είσαι ασφαλής, να πάρεις και έναν φορτιστή για να έχεις να μιλήσεις. Πάρε κι ένα… πιες και ένα τζιν ή κρασί να χαλαρώσεις. Κάνε ένα ντους, να κοιμηθείς και αύριο σκέφτεσαι τι θα κάνεις. Ναι, δεν ξέρω κάτι τέτοιο, μου έλεγε. Όχι, ευχαριστώ, δεν θέλω και κάτι τέτοια. Επέμενα… Δεν μου στέλνει IBAN. Μου έστειλε φωνητικό το οποίο και αυτό το κατέθεσα στην Ασφάλεια και μου είπε να μου το στείλεις με IRIS. Και μου έστειλε έναν αριθμό».
«Της πρότεινα αν θέλει να έρθει στην Πρέβεζα. Της πρότεινα να της δώσω τα κλειδιά στην Αθήνα να πάει να μείνει μόνη της. Κάπως να χαλαρώσει, να φύγει από αυτή την κατάσταση, να ξεφύγει μάλλον. Αυτά έγιναν. Μετά μου έστειλε φωνητικό. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ και με βοήθησες και κάτι τέτοια».
Η τελευταία επικοινωνία
«Στις 04.04 νομίζω… 04.02 με παίρνει βιντεοκλήση από ένα δωμάτιο όπου είναι σε ένα κρεβάτι ντυμένη. Μαύρο φόρεμα νομίζω είχε. Σε καλύτερη κατάσταση. Μπρούμυτα, μπρούμυτα ναι. Έχοντας το τηλέφωνο απέναντι από το πρόσωπό της. Την έβλεπα δηλαδή και μου λέει να, βρήκα δωμάτιο. Είμαι εντάξει. Λέω εντάξει, να χαλαρώσεις. Καλό ύπνο και τα υπόλοιπα».
«Και εκεί που μίλαγε κάτι πήγε να μου πει. Ακούω να ανοίγει η πόρτα. Ακούω έναν θόρυβο, να το πω κι έτσι. Υποθέτω ότι άνοιξε η πόρτα ότι κάποιος μπήκε γιατί είπε α ο… Δεν ξέρω αν είπε ‘’Δημήτρης’’ ή όχι. Δεν το θυμάμαι. Δεν μπορώ να βάλω το χέρι μου στη φωτιά για αυτά. Και μου έκλεισε την βιντεοκλήση απότομα. Έτσι. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα».


