Σε ευθεία σύγκρουση οδηγούνται οι πλευρές του θύματος και του κατηγορουμένου αναφορικά με τα κίνητρα και τις συνθήκες πίσω από τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα Γεμιστού στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Εκπροσωπώντας την οικογένεια του θύματος, η δικηγόρος Αλεξάνδρα Σπανάκη έκανε λόγο για μια απόλυτα προσχεδιασμένη εγκληματική ενέργεια εκ μέρους του 54χρονου Κώστα Παρασύρη, αφήνοντας παράλληλα σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν οι αστυνομικές αρχές τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η τοποθέτησή της πραγματοποιήθηκε σε δηλώσεις της στους εκπροσώπους του Τύπου έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου, όπου ξεκαθάρισε την πρόθεση της πλευράς της για την υποστήριξη της κατηγορίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε από τη νομική παραστάτιδα της οικογένειας στον ρόλο που διαδραμάτισε η σύζυγος του δράστη κατά τη διάρκεια του φονικού, κατά το οποίο οι έξι σφαίρες έκοψαν το νήμα της ζωής του νεαρού. Όπως επισήμανε, η στάση της συζύγου ενίσχυσε τη δολοφονική ενέργεια, ενώ χαρακτήρισε το έγκλημα ως πράξη εξαιρετικής απαξίας, κάνοντας μάλιστα αναφορά σε περιύβριση νεκρού, εξαιτίας των λακτισμάτων που δέχθηκε το αιμόφυρτο σώμα του 21χρονου από τον 54χρονο.
«Προφανώς εμείς θα δηλώσουμε υποστήριξη κατηγορίας και για τους δύο, θεωρώ ότι η συμμετοχική δράση και της συζύγου είναι πάρα πολύ σημαντική. Για να μην πω προκάλεσε, θα πω ενίσχυσε την ήδη ειλημμένη απόφαση μιας προσχεδιασμένης εκτέλεσης η οποία έλαβε χώρα δυστυχώς εις βάρος αυτού του παιδιού», ανέφερε χαρακτηριστικά η κυρία Σπανάκη, τονίζοντας παράλληλα: «Πρόκειται για μια προσχεδιασμένη εκτέλεση και μάλιστα με ιδιαίτερης σημασίας απαξίας πράξης, περιύβρισης του νεκρού. Ενώ ήταν νεκρό το παιδί το χτυπούσε, το κλωτσούσε. Οι αιτιάσεις περί βρασμού καταρρίπτονται ουσιαστικά και καίρια από την ίδια την κατάθεσή του κατά την απολογία ενώπιον της κυρίας ανακρίτριας όπου είπε ότι δεν γνωρίζει το παιδί».
Στο μικροσκόπιο της κυρίας Σπανάκη μπήκαν και οι ενέργειες της ΕΛ.ΑΣ. απέναντι στο δράμα του 21χρονου, ο οποίος φέρεται να βίωνε ένα διαρκές καθεστώς τρόμου την τελευταία τριετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο νεαρός είχε απευθυνθεί επανειλημμένα στο αστυνομικό τμήμα αναζητώντας προστασία από τις ενέδρες και τις απειλές του κατηγορουμένου.
«Εκείνο το οποίο με προβληματίζει και θεωρώ ότι θα αποτελέσει και προβληματισμό και στο μέλλον σχετικά με το αν πραγματικά δόθηκε στην εισαγγελία Ηρακλείου η διάσταση της επικινδυνότητος του συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο είχε απολογηθεί και στο οποίο είχαν επιβληθεί όροι. Αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι όροι έχουν επιβληθεί προκειμένου να μην προφυλακιστεί. Εφόσον αυτοί παραβιάστηκαν, υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και γίνεται ανάκληση αυτών των όρων και ενεργοποιείται η προσωρινή κράτηση γιατί αυτός ο άνθρωπος θεωρείται ιδιαιτέρως επικίνδυνος», δήλωσε η δικηγόρος, διερωτώμενη: «Τι μήνυμα θέλουμε να στείλουμε στην κοινωνία; Ότι όποιος χάνει το παιδί του σε τροχαίο δυστύχημα πρέπει να παίρνει τα όπλα να σκοτώνει τον οποιοδήποτε;».
Σχετικά με τους γονείς του αδικοχαμένου Νικήτα, η δικηγόρος ανέφερε ότι παραμένουν συγκλονισμένοι, ωστόσο πρόκειται για ανθρώπους που σέβονται απόλυτα τις αρχές και σκοπεύουν να ακολουθήσουν πιστά τη θεσμική και νόμιμη οδό.
Τι είπε ο δικηγόρος του δράστη
Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος υπεράσπισης του 54χρονου, Γιώργος Κοκοσάλης, μίλησε για τα διαδικαστικά ζητήματα και τη χρονική επίσπευση των απολογιών του πελάτη του και της συζύγου του, σχολιάζοντας την ποινική μεταχείριση.
«Αναμενόμενη η ποινική μεταχείριση, ήταν εξαιρετικό το εφεύρημα, δηλαδή να απολογηθούν πριν από την ημερομηνία που ανακοινώθηκε. Ζητάω από όλους ψυχραιμία και να δώσουμε χώρο και χρόνο στους μεν να θρηνήσουν και στους δε να συνειδητοποιήσουν. Θα είναι δίκη με μακρά διάρκεια. Θα ειπωθούν τα πάντα. Ήταν μια πολύωρη απολογία, ειδικά του βασικού κατηγορούμενου με έντονη συγκινησιακή φόρτιση και με διακυμάνσεις στη ψυχολογία», ανέφερε.
Παράλληλα, ο συνήγορος εμφανίστηκε ιδιαίτερα εκνευρισμένος αναφορικά με τα σχόλια και τις αναλύσεις που διακινούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από την υπόθεση.
«Θέλω να κάνω έκκληση στους αυτοαποκαλούμενους αυτόκλητους αυτεπάγγελτους αναλυτές της ψηφιακής αρένας. Μην βάζετε στα αποδεικτικά της δικογραφίας πράγματα που δεν ισχύουν. Άκουσα ότι ένας απίθανος αναλυτής είπε ότι υπάρχει μέσα στη δικογραφία κατάθεση μάρτυρα που άκουσε την σύζυγο του Κωστή Παρασύρη, την Αφροδίτη Μηναδάκη να λέει “μην σου φύγει, μην σου φύγει”. Αυτές οι ανοησίες, το μόνο που κάνουν είναι να πυροδοτούν το κλίμα, είναι εκτός αποδεικτικού υλικού. Και να μάθουν αυτοί που είναι εισαγόμενοι αυτόκλητοι αναλυτές, ότι εδώ στην Κρήτη, ότι και να μας χρεώνουν υπάρχει ακόμα φιλότιμο, σεβασμός και αξιοπρέπεια», υπογράμμισε, για να καταλήξει: «Όποιος βρίσκει σφαίρες, κάλυκες και βολίδες να τις παραδίδει στο αστυνομικό τμήμα αλλιώς διαπράττει ποινικό αδίκημα».
Μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Ant1, η Αλεξάνδρα Σπανάκη έριξε φως στη νύχτα του μοιραίου τροχαίου που κόστισε τη ζωή στον γιο του δράστη, αποσαφηνίζοντας ότι το όχημα ανήκε στον 54χρονο κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την ίδια, ο 21χρονος βρέθηκε στο τιμόνι του αυτοκινήτου, το οποίο ο Παρασύρης είχε παραχωρήσει στον ανήλικο γιο του, παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε άδεια οδήγησης.
«Ο Νικήτας ανέλαβε να οδηγήσει, νηφάλιος, το αυτοκίνητο αυτό καθώς ο επίσης αδικοχαμένος 17χρονος είχε πιει. Άρα ήταν πράξη σύνεσης από τον Νικήτα το ότι πήρε το αυτοκίνητο, αφού ο φίλος του είχε πιει», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Σχετικά με την οπλοκατοχή, η πλευρά της υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ο 54χρονος έφερε μαζί του το παράνομο όπλο όχι με σκοπό τη δολοφονία, αλλά λόγω της παρουσίας του σε τρισάγιο στο νεκροταφείο του Γαζίου. Όπως μετέφερε ο δικηγόρος του, σκοπός του ήταν να ρίξει μπαλωθιές για να τιμήσει τη μνήμη ενός ανιψιού του που χάθηκε στο ίδιο σημείο εννέα χρόνια νωρίτερα. Βάσει του e-kriti, ο κύριος Κοκοσάλης επέμεινε πως το φονικό δεν έφερε στοιχεία προμελέτης, αλλά τελέστηκε εν βρασμώ ψυχής.
Την ίδια ώρα, η στάση του 54χρονου Κώστα Παρασύρη ενώπιον των αρχών δεν υποδηλώνει κανένα ίχνος μεταμέλειας για τη στυγερή δολοφονία του νεαρού. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του cretalive.gr, λίγο πριν κριθεί προφυλακιστέος, προχώρησε σε μια ανατριχιαστική δήλωση: «Αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι…».
Αναφορικά με το όπλο, ισχυρίστηκε ότι το κατείχε λόγω του μνημοσύνου, «προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».
Επιχειρώντας να εξηγήσει το ψυχολογικό του υπόβαθρο, ανέφερε: «η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής». Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί. Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια».
«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα», συμπλήρωσε, ισχυριζόμενος πως: «πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο – έστω – συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».
«Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου», δήλωσε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον εαυτό του λίγο πριν το συμβάν: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου».
Περιγράφοντας τη στιγμή της συνάντησης με το θύμα, ο 54χρονος είπε: «Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια».
Δικαιολογώντας τους πυροβολισμούς που ακολούθησαν, σημείωσε: «εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».
Κλείνοντας, υποστήριξε την εικόνα της απόλυτης θόλωσης λέγοντας: «στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».


