Σε εξέλιξη είναι η έρευνα της Ασφάλειας Χανίων στους τραπεζικούς λογαριασμούς της δολοφονημένης Σταυρούλας Λεβεντάκη, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Σκοπιανός δράστης σκηνοθέτησε σενάριο ληστείας για να ενοχοποιήσει άλλο πρόσωπο για το στυγερό έγκλημα.
Πιο συγκεκριμένα, είπε στην απολογία του ότι έκανε δύο αναλήψεις από ΑΤΜ χρησιμοποιώντας τις κάρτες της 45χρονης. Την πρώτη φορά έκανε ανάληψη 1000 ευρώ και τη δεύτερη 800 ευρώ. Στη συνέχεια, φέρεται να έδωσε τις κάρτες σε άλλο άτομο, το οποίο δεν ήταν σε θέση να ονοματίσει στους αστυνομικούς.
Πηγές από την ΕΛ.ΑΣ. εξηγούν ότι ενδεχομένως να προσπάθησε να σκηνοθετήσει σενάριο ληστείας, δηλαδή να επιχείρησε να αποπροσανατολίσει τις έρευνες «δείχνοντας» ως δράστη το άτομο που κατείχε τις τραπεζικές κάρτες του θύματος. Οι κάρτες αυτές δεν βρέθηκαν ποτέ από την ΕΛ.ΑΣ., όπως και το κινητό τηλέφωνο της Σταυρούλας. Επίσης, δεν βρέθηκε ποτέ το μαχαίρι του εγκλήματος.
Νόμισε ότι έκανε το τέλειο έγκλημα
Ο Σκοπιανός πίστευε ότι έχει κάνει το τέλειο έγκλημα. Το σχέδιό του «χάλασε» όταν οι αστυνομικοί εντόπισαν μετά από εξειδικευμένη έρευνα τις κηλίδες αίματος της Σταυρούλας μέσα στο σπίτι του. Εκτιμάται ότι ο Σκοπιανός δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα πλάνα του για το «χτίσιμο» άλλοθι.
Αίσθηση προκαλεί η μεθοδικότητα με την οποία ο δράστης προσπάθησε να κρύψει τα ίχνη του. Αρχικά τηλεφώνησε στη γυναίκα του -που βρισκόταν για δουλειά στη Γαύδο- για να μην κινήσει υποψίες αλλάζοντας το πρόγραμμά του. Στη συνέχεια καθάρισε τα αίματα, μετέφερε το πτώμα στο χωράφι όπου το έθαψε και χωρίς να χάσει χρόνο πήγε στο σπίτι φίλου του για διασκέδαση (αφού πρώτα αγόρασε γλυκά).
Η απολογία του
Στην απολογία του περιέγραψε και το πώς γνώρισε τη Σταυρούλα, χωρίς όμως οι αστυνομικοί να πιστεύουν ότι οι περιγραφές του είναι αληθινές:
«Στις αρχές του περασμένου Οκτώβρη έκανα ένα τραπέζι στο σπίτι ήταν δύο ζευγάρια και κάλεσα και τη Σταυρούλα. Είχαμε πει ότι θα βρεθούμε στις 6 το απόγευμα και εκείνη ήρθε μισή ώρα νωρίτερα για να με βοηθήσει. Αφού έφυγαν τα δύο ζευγάρια, εκείνη έμεινε. Ήμασταν φτιαγμένοι από τις μπύρες που είχαμε πιει και ήρθαμε σε ερωτική επαφή.
Από τότε δεν έγινε ξανά κάτι μεταξύ μας, αλλά εκείνη ήθελε να συνεχίσουμε, μου τηλεφωνούσε και προσπαθούσε να πηγαίνει σπίτι μου, αλλά εγώ την απέφευγα. Στα μέσα Μαΐου μιλήσαμε στο τηλέφωνο γιατί ήθελε να μάθει αν οι κάμερες στο σπίτι μου κατέγραφαν τον δρόμο, γιατί ήθελε να βλέπει αν οι εργάτες που είχε βάλει στα πορτοκάλια δούλευαν. Στο συμφωνητικό που είχαμε υπογράψει, προβλεπόταν να επισκέπτεται το σπίτι κάθε έξι μήνες προκειμένου να επιβλέπει για τυχόν ζημιές. Είχαμε τσακωθεί πολλές φορές. Ο λόγος ήταν ότι τα ντουλάπια είχαν σκουριές. Της εξηγούσα ότι αυτό γινόταν λόγω των αλατιών που είχα μέσα. Της έφταιγαν όλα και μου έκανε συνέχεια παρατηρήσεις».


