Ας πιάσουμε το θέμα από τη Μεταπολίτευση. Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής «έστησε» τη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, ως δικομματικό σύστημα.
Αναζητώντας παρτενέρ της ΝΔ για την εδραίωσή της, προέκυψε ότι οι «κεντρώοι» της εποχής δεν μπορούσαν να σταθούν ως δεύτερος πόλος. Και οι εκτός πολιτικής παράγοντες, που είχαν λόγο στο δημόσιο βίο – με επικεφαλής το συγκρότημα Λαμπράκη – τους αντικατέστησαν με τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο δικομματισμός δικαιώθηκε το 1981 – με τον Καραμανλή ήδη στην κορυφή του πολιτεύματος – και ίσως γι’ αυτό. Και με την υφαρπαγή της ΝΔ από τον Κώστα Μητσοτάκη και τον Παπανδρέου στην πρωθυπουργία μετατράπηκε σε υπόθεση μηδενικού αθροίσματος μεταξύ τους.
Στην πράξη χρησιμοποιούσαν – με εργαλείο την οξύτητα – ο ένας τον άλλον για να κυριαρχούν στον χώρο τους. Χωρίς να διαταράσσεται το κεκτημένο της ομαλής εναλλαγής κυβερνήσεων για πρώτη φορά από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.
Το σχήμα κατέρρευσε μετά τον Σημίτη. Όταν οι δυνάμεις που επηρέαζαν το ΠΑΣΟΚ ώθησαν στην ηγεσία του τον φυσικό διάδοχο του Παπανδρέου. Δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος και ανατίναξε το κόμμα του και τη χώρα. Τελικά και το πολιτικό σύστημα, αν ληφθεί υπόψη ο Μάιος του 2012.
Το 2015 οι απελπισμένοι κεντροαριστεροί – πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ – έβαλαν τον Αλέξη Τσίπρα στο παιχνίδι της εναλλαγής. Αλλά απέτυχε στον εναλλακτικό ρόλο και κατέρρευσε με κρότο.
Οι νέες προσπάθειες μιντιακών και οικονομικών παραγόντων να επαναφέρουν στο παιχνίδι το ΠΑΣΟΚ δεν αποδίδουν – κυρίως λόγω έλλειψης ηγεσίας με ακτινοβολία.
Πολλοί αναλυτές ισχυρίζονται πλέον, ότι οι ίδιοι ανασύρουν τον Τσίπρα, προκειμένου να θεμελιωθεί σύστημα δύο πόλων – αντί δύο κομμάτων – ως αναγκαία προϋπόθεση λειτουργίας του πολιτεύματος.
Πολλά δείχνουν ότι ο ίδιος το αποδέχθηκε ασμένως και δεν αντιμετώπισε τον Μητσοτάκη κατά πρόσωπο ούτε μια φορά, στην τετραετία που εκπνέει όσο πιο ομαλά γίνεται. Είναι χαρακτηριστικό στην υπόθεση της παρακολούθησης Κούλογλου που απασχολεί το ευρωκοινοβούλιο, απέφυγε να αναμειχθεί.
Με τη σύνθεσή της ως κόμμα η ΕΛΑΣ, επιδιώκει να λειτουργήσει συμπληρωματικά στη ΝΔ: με τον, νέο, Τσίπρα να συνεχίζει την ίδια πολιτική – μοιράζοντας διαφορετικά τις χάντρες και τα καθρεφτάκια της σημερινής κυβέρνησης. Δεν θα ανατρέψει τον Μητσοτάκη – θα τον διαδεχθεί….
Ο απερχόμενος Πρωθυπουργός και οι δυνάμεις που τον ανέδειξαν εμφανώς προτιμούν το άλλο άκρο του εκκρεμούς, την πρόχειρη κατασκευή «Αριστερά-Κεντροαριστερά-Οικολογία» – του Νεοτσιπρισμού, παρά το ιστορικό οικοδόμημα του ΠΑΣΟΚ.
Ο υπολογισμός είναι ευδιάκριτος: η ΕΛΑΣ αρχίζει και τελειώνει στον Τσίπρα – το ΠΑΣΟΚ με νέα ηγεσία μπορεί να αναγεννηθεί ανεξέλεγκτα.
Με άλλα λόγια, ο άξονας Μητσοτάκης – Τσίπρας ικανοποιεί ό,τι θα ονομάζαμε «κατεστημένο» και ήδη αναδεικνύεται δημοσκοπικά ως «νέα κατάσταση».
Η «συναντίληψη» διακρίνεται εναργώς στην πολιτική τους για την Αμερική και την Τουρκία και διακριτικά στην αναπαραγωγή επικυριαρχίας της «νέας διαπλοκής».
Ο στόχος είναι, ακόμη και αν κλείσει ο «κύκλος Μητσοτάκη», η πολιτική του να συνεχιστεί, με τον ίδιο συσχετισμό ΝΔ και αντιπολίτευσης.
Εμμέσως το προανήγγειλε ο απερχόμενος Πρωθυπουργός μιλώντας – στο Liberal.gr – για τη «γενιά των 30ρηδων και 40ρηδων» της ΝΔ.
Σχεδόν κατονόμασε τον διάδοχό του, εμφανιζόμενος ως εμπνευστής της νέας συντηρητικής πλειοψηφίας: «Δείτε σε ποιους έδωσα ευκαιρίες στο Υπουργικό Συμβούλιο».
Καθώς ουδείς μπορεί να αγνοήσει τον παρεμβατικό ρόλο των ισχυρών του χρήματος και των ΜΜΕ στην πολιτική, προκύπτει ότι ο σχεδιασμός τους αναπαράγει το 1996: πρώτο βιολί ο Σημίτης – επειδή το κόμμα του ήδη κυβερνούσε – και «συμπληρωματική» αντιπολίτευση ο Έβερτ.
Δεδομένου ότι οι πολιτικοί τούς παρέδωσαν τα κλειδιά του δημοσίου βίου, η ιστορία επαναλαμβάνεται.


