Κηρύσσοντας τον πόλεμο στο Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν πεπεισμένος πως το ιρανικό καθεστώς θα κατέρρεε υπό την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή και τους σφοδρούς βομβαρδισμούς. Παρότι είχε προειδοποιηθεί – ακόμη και από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες – πως αυτή η εκτίμηση ήταν μη ρεαλιστική, προχώρησε στην επίθεση για να διαπιστώσει το λάθος του.
Δύο μήνες μετά και με τις συνομιλίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης να έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει θέσει σε εφαρμογή ένα άλλο σχέδιο: Τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν. Σήμερα, δηλώνει πεπεισμένος πως με αυτόν τον τρόπο θα προκαλέσει οικονομική ασφυξία στο καθεστώς, το οποίο τελικά θα υποκύψει και θα αποδεχτεί τους όρους των ΗΠΑ για την οριστική εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, στο πλαίσιο μια συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου. Αναλυτές προειδοποιούν πως ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει ξανά λάθος.
Το Ιρανικό καθεστώς έχει ακόμη «άμμο στην κλεψύδρα»
Όπως σημειώνουν αναλυτές στο Reuters, οι δύο μήνες σύγκρουσης αναμφίβολα έχουν επιδεινώσει τα ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα του Ιράν. Όμως το καθεστώς φαίνεται για την ώρα ικανό να αντέξει μια παρατεταμένη αντιπαράθεση, παρά τον αμερικανικό αποκλεισμό που έχει διακόψει τις εξαγωγές ενέργειας.
Οι βομβαρδισμοί έχουν παγώσει μετά την εκεχειρία της 8ης Απριλίου, ωστόσο οι διαπραγματεύσεις έχουν βαλτώσει. Οι ΗΠΑ ζητούν από το Ιράν να αποδεχτεί – επί της ουσίας – τον οριστικό τερματισμό του πυρηνικού του προγράμματος. Μέχρι να συμβεί αυτό ο Τραμπ διαμηνύει πως θα συνεχίζεται ο ναυτικός αποκλεισμός. Από την πλευρά της η Τεχεράνη προτείνει να απελευθερωθεί η ναυσιπλοΐα και για τα ιρανικά πλοία, αλλά και στα Στενά του Ορμούζ, ώστε να υπάρξει μια πρώτη συμφωνία και το ζήτημα των πυρηνικών να συζητηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το ιρανικό καθεστώς φαίνεται να έχει τη δυνατότητα για να παίξει με το χρόνο, την ώρα που το «μπλοκάρισμα» των Στενών του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε μια τρομερή ενεργειακή κρίση, εκτοξεύοντας της τιμές των καυσίμων και ενισχύοντας τον κίνδυνο για μια διεθνή οικονομική ύφεση.
Σύμφωνα με το Reuters, παρά τις σοβαρές ζημιές σε υποδομές και βιομηχανία και τη συρρίκνωση των εξαγωγών πετρελαίου, το Ιράν διαθέτει επαρκή εσωτερικά αποθέματα, σταθερό εμπόριο με γειτονικές χώρες και μόνο περιορισμένες ενδείξεις άμεσης πίεσης από τη μείωση των κρατικών εσόδων λόγω του αποκλεισμού.
Αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ περιμένει ότι το Ιράν θα υποχωρήσει πρώτο – και σύντομα – σε αυτό το «παιχνίδι νεύρων» με την οικονομία, εν μέσω αυξανόμενου παγκόσμιου πληθωρισμού και με τη δημοτικότητα του σε ελεύθερη πτώση ενόψει ενδιάμεσων εκλογών, ίσως τελικά να διαπιστώσει και πάλι πως περιμένει… άδικα.
Μια μάχη αντοχής
«Νομίζω ότι έχουν (σ.σ. το Ιράν) μεγαλύτερη αντοχή από ό,τι αναμένουν οι οικονομολόγοι ή οι δυτικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής», δήλωσε η Σάναμ Βακίλ, επικεφαλής του προγράμματος Μέσης Ανατολής στο think tank Chatham House στο Λονδίνο, αναφερόμενη στην ηγεσία του Ιράν.
Αντιμέτωποι με αυτό που θεωρούν υπαρξιακή απειλή για την Ισλαμική Δημοκρατία, οι κληρικοί και οι Φρουροί της Επανάστασης μπορούν να αξιοποιήσουν τον αυστηρό έλεγχο που ασκούν στη χώρα για να αντέξουν έως ότου επιτευχθεί μια βιώσιμη συμφωνία με την Ουάσινγκτον, πρόσθεσε.
«Είναι γνωστοί για τη χρήση κατασταλτικών μέσων. Βασίζονται επίσης στο ότι οι πολίτες χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους», είπε, σημειώνοντας ότι η Τεχεράνη επιστρέφει στο μοντέλο της «οικονομίας αντίστασης», δηλαδή στην αξιοποίηση εσωτερικών πόρων και στο εμπόριο μέσω χερσαίων συνόρων.
Η έκταση της οικονομικής ζημιάς από τον πόλεμο και η πιθανότητα άμεσης κρίσης είναι δύσκολο να εκτιμηθούν, λόγω έλλειψης αξιόπιστων επίσημων στοιχείων και μερικού μπλακάουτ στο διαδίκτυο από τον Ιανουάριο. Η Βακίλ εκτίμησε ότι το ΑΕΠ του Ιράν θα σημειώσει διψήφια πτώση φέτος. Το νόμισμα ριάλ, που έχασε το 70% της αξίας του πέρυσι, επιδεινώνοντας τον πληθωρισμό που οδήγησε σε μαζικές διαδηλώσεις τον Ιανουάριο, υποχώρησε κατά 15% τις τελευταίες ημέρες, αλλά παραμένει κοντά στα προπολεμικά επίπεδα μετά τη σταθεροποίηση του Μαρτίου.
Όμως δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις άμεσης δημοσιονομικής πίεσης. Οι αρχές δεν έχουν περιορίσει τις τραπεζικές αναλήψεις, δεν έχουν επιβάλει δελτίο σε καύσιμα ή βασικά τρόφιμα και δεν έχουν καθυστερήσει την καταβολή μισθών στο δημόσιο. Τα ράφια των σούπερ μάρκετ παραμένουν γεμάτα και τα γραφεία και οι τράπεζες λειτουργούν κανονικά.
Στοιχεία ναυτιλίας από 13 έως 25 Απριλίου δείχνουν ότι μόνο περίπου 300.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως εξήχθησαν προς τον Ινδικό Ωκεανό, ενώ την ίδια περίοδο φορτώθηκαν πάνω από 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως σε δεξαμενόπλοια. Η αποθηκευτική ικανότητα είναι περιορισμένη, αλλά αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν μπορεί να συνεχίσει για ακόμη δύο μήνες πριν περιορίσει την παραγωγή.
Το Ιράν συγκέντρωσε επιπλέον έσοδα από πωλήσεις ενέργειας όταν οι κυρώσεις χαλάρωσαν το προηγούμενο διάστημα. Μια απόφαση που έλαβε η ίδια η Ουάσινγκτον σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Σήμερα, μικρές ποσότητες πετρελαίου μεταφέρονται χερσαία, αλλά δεν αρκούν για να αντικαταστήσουν τις θαλάσσιες διαδρομές που έχουν αποκλειστεί.
Ανώτερη πηγή στην Κεντρική Τράπεζα δήλωσε ότι η χώρα διαθέτει σημαντικά αποθέματα χρυσού, «τόνους», που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αν χρειαστεί, και ότι μετά από δεκαετίες αποφυγής κυρώσεων, η Τεχεράνη γνωρίζει πώς να διατηρεί τις εισαγωγές, πληρώνοντας απλώς περισσότερο. «Το Ιράν είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας τροφίμων στην περιοχή. Ωστόσο, είναι επίσης η χώρα με τη μικρότερη επισιτιστική ανασφάλεια», δήλωσε ο αναλυτής αγροτικών εμπορευμάτων της Kpler, Ίσαν Μπαχνού.
Με μια καλύτερη από το συνηθισμένο συγκομιδή να αναμένεται, η ανάγκη για εισαγωγές σιταριού μειώνεται, περιορίζοντας την ευπάθεια σε πιθανή επέκταση του ναυτικού αποκλεισμού και μειώνοντας την ανάγκη για δαπάνες σε ξένο συνάλλαγμα.
Ο αμερικανικός αποκλεισμός μέχρι στιγμής περιορίζεται στα λιμάνια του Κόλπου και όχι στο λιμάνι Τσαμπαχάρ του Ιράν στην Αραβική Θάλασσα, από όπου οι εξαγωγές συνεχίζονται, ενώ επικεντρώνεται κυρίως σε δεξαμενόπλοια πετρελαίου.
Αξιωματούχοι σε Τουρκία, Ιράκ και Πακιστάν δήλωσαν ότι δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις πτώσης του διασυνοριακού εμπορίου. Η Ρωσία έχει επίσης ενισχύσει το εμπόριο μέσω της Κασπίας, μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες καλαμποκιού, κριθαριού και σιταριού από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο, παρακάμπτοντας τα αποκλεισμένα λιμάνια.
Το Ιράν είχε προετοιμαστεί για τον πόλεμο
Καθώς οι απειλές στρατιωτικής δράσης αυξάνονταν τον Ιανουάριο, σύμφωνα πάντα με το Reuters, το Ιράν αύξησε τις εισαγωγές για να δημιουργήσει αποθέματα βασικών αγαθών για έξι μήνες, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων.
Λίγο μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε μέτρα στήριξης, όπως απαλλαγή από πρόστιμα για καθυστερημένες πληρωμές μικρών δανείων και αύξηση των ορίων ανάληψης, ώστε να καθησυχάσει τους καταθέτες.
Σε επιφυλακή το καθεστώς υπό το φόβο μιας νέας εξέγερσης
Η κατάσταση στο Ιράν δεν είναι όπως πιστεύει ο Τραμπ, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι δύσκολη. Στους δρόμους της Τεχεράνης, αναμφίβολα η οικονομική πίεση είναι έντονη. Οι επιχειρήσεις πλήττονται από τις υψηλές τιμές, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και το μπλακάουτ στο διαδίκτυο.
«Οι αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών, ειδικά σε προϊόντα που σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή των πολιτών, ασκούν μεγάλη πίεση», δήλωσε ένας έμπορος ρυζιού, εκτιμώντας ότι οι πωλήσεις του έχουν μειωθεί κατά περίπου 40%.
Ένας μηχανικός ανέφερε ότι πολύ λιγότεροι πελάτες φέρνουν τα αυτοκίνητά τους για επισκευή σε σχέση με πριν τον πόλεμο. «Η δουλειά μας έχει σχεδόν σταματήσει», είπε, προειδοποιώντας ότι η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί.
Πάνω από τις αρχές πλανάται ο φόβος νέου κύματος μαζικών διαδηλώσεων. Οι διαδηλώσεις του περασμένου Ιανουαρίου τερματίστηκαν με άγρια καταστολή και χιλιάδες νεκρούς. Για να αποφευχθεί μια επικείμενη οικονομική καταστροφή, το Ιράν θα πρέπει να εξασφαλίσει άρση κυρώσεων σε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ουάσινγκτον, σύμφωνα με τη Βακίλ.
«Χρειάζονται πρόσβαση σε ξένο συνάλλαγμα που βρίσκεται σε τράπεζες στο εξωτερικό, αλλά και ουσιαστική χαλάρωση των κυρώσεων. Πρέπει να αυξήσουν τις πωλήσεις πετρελαίου και να μπορούν να εμπορεύονται κανονικά», κατέληξε.


