Δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία της Marfin, την ημέρα που η Αθήνα βυθίστηκε στο χάος και τρεις εργαζόμενοι – η μία εγκυμονούσα- έχασαν τη ζωή τους μέσα σε ένα φλεγόμενο υποκατάστημα τράπεζας, η υπόθεση επιστρέφει με εκκωφαντικό τρόπο στο προσκήνιο.
Για χρόνια, ο φάκελος παρέμενε μια ανοιχτή πληγή για τις οικογένειες των θυμάτων, τους επιζώντες, αλλά και για την ίδια τη Δικαιοσύνη, καθώς οι φυσικοί αυτουργοί του εμπρησμού δεν είχαν λογοδοτήσει. Μια υπόθεση που για 16 χρόνια δεν έπαψε ποτέ να προκαλεί οργή και ερωτήματα, και να δημιουργεί το αίσθημα της ατιμωρησίας.
Οι ξαφνικές συλλήψεις δύο ανδρών, η αναζήτηση μίας 46χρονης γυναίκας που φέρεται να διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και η έκδοση ενταλμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, σηματοδοτούν τη σημαντικότερη εξέλιξη στην υπόθεση τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις προκαλούν έντονα και αντικρουόμενα συναισθήματα. Οι επιζώντες της Marfin ξαναζούν τον εφιάλτη εκείνης της ημέρας, εκφράζοντας οργή αλλά και επιφυλακτικότητα για το αν η νέα δικογραφία είναι επαρκώς τεκμηριωμένη.
Από την άλλη πλευρά, η υπεράσπιση των συλληφθέντων αμφισβητεί ευθέως τη βάση της υπόθεσης, κάνοντας λόγο για δικογραφία «χωρίς υπόσταση» και αφήνοντας αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν τα νέα στοιχεία.
Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα δικαστήρια της Ευελπίδων υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα, και πήραν προθεσμία να απολογηθούν την Τρίτη 14 Ιουλίου.


Η μεταγωγή των συλληφθέντων στην Ευελπίδων:
► Τρία εντάλματα για τη Marfin – Οι δύο έχουν συλληφθεί, αναζητείται μία 46χρονη
«Κλειδί» το ανώνυμο email για να ανοίξει ξανά η υπόθεση
Ένα «βαθύ λαρύγγι» που απέστειλε ανώνυμο email στην Ελληνική Αστυνομία έγινε αιτία για να ανοίξει εκ νέου η έρευνα για το φονικό εμπρησμό στη Marfin το 2010 στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, στο email ο συντάκτης κατονόμαζε τους φερόμενους ως φυσικούς αυτουργούς του εμπρησμού.
Έδινε τα ονόματα δύο ανδρών και μιας γυναίκας, τα οποία πλέον είναι κατηγορούμενα για την υπόθεση. Ο συντάκτης έδινε και άλλες πληροφορίες για πρόσωπα που ήταν μαζί με τους τρεις κατηγορούμενους, δύο εκ των οποίων συνελήφθησαν και θα οδηγηθούν σήμερα το απόγευμα στα δικαστήρια της Ευελπίδων.
Πώς το AI ταυτοποίησε έναν από τους δράστες
Οι αστυνομικοί δεν αρκέστηκαν στις πληροφορίες του e-mail. Επανεξέτασαν ολόκληρη τη δικογραφία, συγκέντρωσαν ξανά βίντεο, φωτογραφίες και αρχειακό υλικό ακόμη και από τηλεοπτικούς σταθμούς και διεθνή πρακτορεία, ενώ διασταύρωσαν τα στοιχεία με παλαιότερες, άσχετες φαινομενικά, υποθέσεις. Εκεί εντόπισαν μία παλιά φωτογραφία τεσσάρων φίλων από καλοκαιρινές διακοπές, η οποία είχε βρεθεί το 2020 στο λάπτοπ ατόμου που είχε συλληφθεί σε υπόθεση τρομοκρατίας, χωρίς τότε να θεωρηθεί σημαντική.
► Για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή κατηγορούνται οι δυο συλληφθέντες
Η φωτογραφία μπήκε ξανά στο μικροσκόπιο. Με τη βοήθεια εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και μέσω συγκρίσεων σωματοδομής, χαρακτηριστικών του προσώπου, ενδυμασίας και κινήσεων με το υλικό από την επίθεση, οι Αρχές εκτιμούν ότι κατάφεραν να ταυτοποιήσουν έναν από τους φερόμενους δράστες.
Το εύρημα αυτό αποτέλεσε το κομβικό σημείο της νέας έρευνας, οδηγώντας – σύμφωνα με τις Αρχές – στην έκδοση ενταλμάτων, στις δύο συλλήψεις και στην αναζήτηση μίας ακόμη γυναίκας που φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση.
Aναζητείται 46χρονη
Στο πλαίσιο της επιχείρησης αναζητείται μία 46χρονη γυναίκα, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες διαμένει τα τελευταία χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η γυναίκα φέρεται να υποστηρίζει ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Οι Αρχές συνεχίζουν τις διαδικασίες για τον εντοπισμό της, ενώ οι κατηγορίες σε βάρος των τριών προσώπων θα εξεταστούν από τη Δικαιοσύνη.
Ο γόνος, ο μεροκαματιάρης και οι δουλειές του ποδαριού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το προφίλ των τριών κατηγορουμένων. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ένας από τους δύο άνδρες προέρχεται από εύπορη οικογένεια. Ο δεύτερος εργαζόταν τα τελευταία χρόνια ως εναερίτης, σε εργασία υψηλής επικινδυνότητας στο Ολυμπιακό Στάδιο. Η 46χρονη γυναίκα, που παραμένει ασύλληπτη, ζει πλέον στην Αγγλία, είναι μητέρα δύο παιδιών και φέρεται να εργάζεται περιστασιακά για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.
Σύμφωνα με πληροφορίες που φέρεται να περιλαμβάνονται στη δικογραφία, οι Αρχές αποδίδουν διαφορετικό ρόλο στον καθένα από τους κατηγορούμενους. Κατά τις ίδιες πηγές, ο ένας από τους δύο συλληφθέντες φέρεται να είναι το άτομο που έσπασε τη βιτρίνα της τράπεζας, ενώ στη συνέχεια, μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο, φέρεται να πέταξε τις μολότοφ στο εσωτερικό του κτιρίου.
Ο δεύτερος άνδρας και η γυναίκα φέρονται να βρίσκονταν δίπλα τους, συμμετέχοντας στην ίδια οργανωμένη ομάδα.
Χρυσοχοΐδης: «Δεν νοείται έγκλημα χωρίς απόδοση δικαιοσύνης»
«Η Δημοκρατία μας είναι πολύ ισχυρή και πάντα νικά στο τέλος», δήλωσε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αναφερόμενος στις συλλήψεις/
«Δεν νοείται έγκλημα – αφαίρεση ζωής, χωρίς απόδοση δικαιοσύνης. Δεν νοείται δημοκρατία χωρίς απόδοση δικαιοσύνης», πρόσθεσε ο ίδιος. «Οι συλλήψεις αυτές είναι «η απάντηση μας σε όσους αμετανόητους – και τελικά μετατρέπονται σε δολοφόνους- επιχειρούν να προβαίνουν σε έκνομες ενέργειες, οι οποίες αφαιρούν ανθρώπινες ζωές αθώων ανθρώπων».
Το χρονικό της τραγωδίας
Η 5η Μαΐου 2010 παραμένει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Ήταν η ημέρα που η Αθήνα βρισκόταν σε γενικό ξεσηκωμό κατά του πρώτου Μνημονίου. Περισσότεροι από 150.000 διαδηλωτές είχαν κατακλύσει το κέντρο της πρωτεύουσας, όταν μία ομάδα κουκουλοφόρων αποσπάστηκε από το πλήθος και κατευθύνθηκε προς το υποκατάστημα της Marfin Bank, στη συμβολή των οδών Σταδίου και Βουκουρεστίου. Λίγα λεπτά αργότερα εκτυλίχθηκε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της μεταπολίτευσης.

Οι δράστες έσπασαν την πρόσοψη του κτιρίου και πέταξαν βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό. Η φωτιά εξαπλώθηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά, μετατρέποντας το κτίριο σε παγίδα θανάτου. Τρεις εργαζόμενοι δεν κατάφεραν ποτέ να βγουν ζωντανοί. Η 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος, ο 36χρονος Επαμεινώνδας (Νώντας) Τσάκαλης και η 35χρονη Παρασκευή Ζούλια έχασαν τη ζωή τους από ασφυξία λόγω των τοξικών καπνών. Άλλοι εργαζόμενοι σώθηκαν πηδώντας από τα μπαλκόνια ή απεγκλωβίστηκαν από τους πυροσβέστες.
Οι επιζώντες ξαναζούν τον εφιάλτη
Η είδηση των συλλήψεων προκάλεσε έντονη συγκίνηση στους ανθρώπους που επέζησαν εκείνης της ημέρας. Οι μνήμες επέστρεψαν με οδυνηρό τρόπο. Άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν μέσα στις φλόγες, που είδαν συναδέλφους τους να χάνουν τη ζωή τους και που μέχρι σήμερα κουβαλούν ψυχικά τραύματα, δηλώνουν ότι ελπίζουν αυτή τη φορά να αποδοθεί δικαιοσύνη. Πολλοί επισημαίνουν ότι επί δεκαέξι χρόνια ζούσαν με την αίσθηση ότι οι υπεύθυνοι δεν είχαν λογοδοτήσει, ενώ ζητούν η νέα δικαστική διαδικασία να οδηγήσει σε οριστικές απαντήσεις.
Με αφορμή τις εξελίξεις, μίλησε στο MEGA η γυναίκα-σύμβολο της τραγωδίας που καταγράφηκε στο μπαλκόνι της τράπεζας να εκλιπαρεί για βοήθεια. Η Μαρία Καραγιάννη μοιράστηκε τις σκέψεις της μετά τις πρώτες συλλήψεις μετά από 16 χρόνια από τον εμπρησμό: «Η πρώτη μου αντίδραση είναι μεγάλη ταραχή. Αλλά και επιφύλαξη, για το αν θα είναι αυτοί τελικά οι πραγματικοί δράστες. Γιατί τα γεγονότα του παρελθόντος μας έχουν κάνει να σκεφτόμαστε έτσι επιφυλακτικά. Εγώ αυτό που θέλω είναι να δω απτές αποδείξεις από τα σώματα δίωξης, τα αρμόδια, ότι είναι οι πραγματικοί δράστες. Θέλω να δικαστούνε και να πεθάνουν στη φυλακή. Δεν γίνεται αυτό που λέω, βέβαια, αλλά είναι αυτή η επιθυμία μου. Γιατί το άδικο, και ο πόνος, και η απόγνωση και ο θυμός, αυτά με κάνουν να σκεφτώ».
Οι στιγμές μέχρι τη διάσωσή της, όπως τις περιέγραψε, αποτυπώνουν το μέγεθος της φρίκης εκείνης της ημέρας, καθώς και τις σωματικές συνέπειες που υπέστησαν οι εγκλωβισμένοι: «Ήμασταν 23 μέσα στην τράπεζα, εγώ ήμουν στο υπόγειο. Όταν άκουσα τζάμια να σπάνε κάλεσα αμέσως την αστυνομία. Μετά προσπάθησα να καλέσω το 166 αλλά είχε τεθεί εκτός λειτουργίας η τηλεφωνική συσκευή του υπογείου. Επειδή είχαμε ζήσει και άλλες επιθέσεις, έψαχνα σαν τρελή να πάω ψηλά για να σωθώ. Δεν έβλεπα τίποτα από τον καπνό. Για μία εβδομάδα ξέρναγε το σώμα αποκαΐδια».
«Υπάρχει και μια αμφιβολία αν πράγματι είναι αποδεικτικά θεμελιωμένη η όλη δικογραφία»
Τις συλλήψεις από την Αντιτρομοκρατική σχολίασε και ο Θρασύβουλος Κονταξής, νομικός εκπρόσωπος των θυμάτων και των τραυματιών από την τράπεζα το 2010 στο κέντρο της Αθήνας
Περιγράφοντας την πρώτη αντίδρασή τους, σημείωσε ότι οι άνθρωποι που έζησαν τη φρίκη εκείνης της ημέρας είναι σοκαρισμένοι. Παράλληλα, δεν έκρυψε ότι ανάμεσα στα θύματα υπάρχει μια σχετική επιφυλακτικότητα αναφορικά με τη δύναμη των νέων στοιχείων, καθώς στο παρελθόν υπήρξε δικαστική διαδικασία που δεν απέδωσε καρπούς. «Υπάρχει και μια αμφιβολία αν πράγματι είναι αποδεικτικά θεμελιωμένη η όλη δικογραφία, γιατί προηγήθηκε και μια άλλη περίπτωση που δυστυχώς απέβη άκαρπη, οπότε αθωώθηκαν. Ελπίζουμε αυτή τη φορά να είναι πράγματι αποδεικτικά θεμελιωμένη», τόνισε χαρακτηριστικά.
«Οι συλλήψεις έγιναν βάσει δικογραφίας που δεν έχει καν υπόσταση» λέει η συνήγορος των δύο συλληφθέντων
Στο ίδιο πλαίσιο, η συνήγορος των δυο κατηγορούμενων Άννυ Παπαρρούσου εκτιμά ότι οι νέες συλλήψεις για την υπόθεση έγιναν με «δικογραφία που δεν έχει καν υπόσταση» και υπέστη επεξεργασία.
«Πρέπει να σας πω ότι ακόμα δεν έχω τη δικογραφία. Απ’ ό,τι γνωρίζω και από τις δημοσιογραφικές διαρροές, αυτά που βγαίνουν δηλαδή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καταλαβαίνω ότι έχει γίνει μια επεξεργασία η οποία δεν αρμόζει σε μια σοβαρή δικογραφία. Καταλαβαίνω επίσης ότι υπάρχει μια ανάγκη για μια προώθηση της προεκλογικής καμπάνιας της κυβέρνησης με αυτά τα ευρήματα. Είμαι σχεδόν βέβαιη, με βάση αυτά που διαβάζω, ότι η δικογραφία δεν έχει καν υπόσταση» σημείωσε αρχικά.
Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία είπε ότι αρχικά θα αποδοθούν κατηγορίες από την εισαγγελέα και στη συνέχεια θα παραπεμφθούν στον αρμόδιο ανακριτή. «Από εκεί θα είμαστε σε θέση να πάρουμε αντίγραφα της δικογραφίας και να δούμε περί τίνος πρόκειται. Μολονότι δεν τους έχω δει καν, διότι η διαδικασία κινήθηκε ταχύτατα, πρέπει να σας πω ότι από αυτά που ακούω καταλαβαίνω ότι πρόκειται για μια συνήθη φάρσα, η οποία απλά θα καταρριφθεί» τόνισε, κλείνοντας, η Άννυ Παπαρρούσου.
Οι δυο δίκες που προηγήθηκαν και δεν οδήγησαν πουθενά
Η υπόθεση της Marfin έχει ήδη απασχολήσει δύο μεγάλες δικαστικές διαδικασίες. Η πρώτη αφορούσε στελέχη της τράπεζας σχετικά με ζητήματα πυρασφάλειας και οργάνωσης του καταστήματος, με καταδίκες για παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας. Η δεύτερη αφορούσε πρόσωπο που είχε κατηγορηθεί ως φυσικός αυτουργός του εμπρησμού, το οποίο τελικά αθωώθηκε λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Έτσι, μέχρι σήμερα, κανείς δεν έχει καταδικαστεί ως φυσικός αυτουργός της επίθεσης που κόστισε τη ζωή στους τρεις εργαζομένους.


