Λένε πως μπορείς να μετρήσεις μια ζωή με βάση τα Μουντιάλ. Κάθε τέσσερα χρόνια, ένα νέο σημάδι στη διαδρομή: από παιδί που κοιτάζει με δέος την οθόνη, σε έφηβο και νεαρό ενήλικα που αρχίζει να καταλαβαίνει το παιχνίδι, και αργότερα, στις μεγαλύτερες ηλικίες, σε έναν λάτρη του ποδοσφαίρου που κουβαλάει πλέον τις δικές του αναμνήσεις.
Ομάδες που αγαπήθηκαν, παίκτες – είδωλα που λατρεύτηκαν, γκολ που έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη. Και μαζί τους, οι εμφανίσεις που φόρεσαν. Κάθε φανέλα… μια ιστορία. Ένα σύμβολο μιας εποχής. Κομμάτια της ποδοσφαιρικής «μυθολογίας» και εικόνες που ξυπνούν αναμνήσεις. Κάποιες εξ αυτών συνδέθηκαν με θριάμβους, άλλες με επαναστάσεις στο στυλ και κάποιες με εμβληματικές ομάδες και ποδοσφαιριστές που άλλαξαν το παιχνίδι.
Ο σχεδιαστής Matthew Wolff, γνωστός για τις εξαιρετικά δημοφιλείς εμφανίσεις της Νιγηρίας στο Μουντιάλ του 2018, αλλά και για τις εμφανίσεις της πρωταθλήτριας Γαλλίας, γνωρίζει καλά τι κάνει μια φανέλα να ξεχωρίζει. Μιλώντας στο BBC Sport, ξεχώρισε τις αγαπημένες του ποδοσφαιρικές εμφανίσεις, σημειώνοντας πως μια φανέλα δεν γίνεται εμβληματική μόνο για το σχέδιό της, αλλά και για τα γεγονότα που τη συνόδευσαν όταν φορέθηκε. Από αυτή τη σκοπιά την κοιτάμε, την εκτιμάμε και τελικά την τοποθετούμε στην ιστορία.
Σήμερα, όπως σημειώνει ο Matthew Wolff, είναι πιο δύσκολο για μια εμφάνιση να αποκτήσει πραγματικά εμβληματικό χαρακτήρα. Η αγορά είναι κορεσμένη. Υπάρχουν πάρα πολλές ομάδες, πάρα πολλές νέες εμφανίσεις, τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα καμία φανέλα να μην είναι εύκολο να ξεχωρίσει πραγματικά. Παρότι είναι συναρπαστικό να βλέπει κανείς την αισθητική και την κουλτούρα των χωρών να αποτυπώνονται στον σχεδιασμό των εμφανίσεων, τίθενται και ερωτήματα: πόσο από αυτό είναι αυθεντική πολιτισμική έκφραση και πόσο απλώς ένας ακόμη κύκλος παραγωγής προϊόντων;
Με αυτή τη σκέψη, η ματιά γυρίζει προς τα πίσω. Και όταν μιλάμε για ποδοσφαιρικές εμφανίσεις, η νοσταλγία παίζει πάντα σημαντικό ρόλο. Οι παλιές εικόνες, οι φαρδιές φανέλες, τα τολμηρά μοτίβα των ’90s και των αρχών του 2000, αλλά και τα σχέδια των late ’80s που επέστρεψαν ως κομμάτια lifestyle όλα δημιουργούν ένα ισχυρό συναισθηματικό φίλτρο, σημειώνει το BBC Sport, παρουσιάζοντας τη λίστα των 10 κορυφαίων εμφανίσεων στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Πριν ξεκινήσει η λίστα, αξίζει και μια απαραίτητη επισήμανση: τέτοιες επιλογές είναι, σε σημαντικό βαθμό, υποκειμενικές. Τα κριτήρια μπορεί να περιλαμβάνουν την ιστορική σημασία, την αισθητική, τη σύνδεση με μεγάλες ποδοσφαιρικές στιγμές ή την πολιτισμική επίδραση μιας εμφάνισης. Ο καθένας μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει τις δικές του αγαπημένες φανέλες.
Για να υπάρχει, πάντως, μια ισορροπία, η λίστα του BBC Sport ακολουθεί δύο βασικούς κανόνες: «όχι περισσότερες από μία εμφανίσεις ανά Μουντιάλ και όχι περισσότερες από μία ανά χώρα».
10 – Καμερούν 2002
Η αρχή γίνεται με μια αρκετά αμφιλεγόμενη περίπτωση. Η εμφάνιση του Καμερούν του 2002 είναι ιδιαίτερη, καθώς η συγκεκριμένη εμφάνιση τελικά δεν εμφανίστηκε στο Μουντιάλ με την αρχική της μορφή. Και ακριβώς αυτό είναι που την έκανε αξέχαστη. Το Καμερούν είχε υιοθετήσει μια αμάνικη φανέλα για το Κύπελλο Εθνών Αφρικής, όμως η FIFA είχε διαφορετική άποψη όταν έφτασε η ώρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002. Η εμφάνιση είχε ήδη προκαλέσει αίσθηση. Όπως είχε πει ο πρώην μέσος Eric Djemba-Djemba, όλοι στην Αφρική ήθελαν να φορέσουν εκείνη τη φανέλα.
Η επιρροή της ξεπέρασε μάλιστα το ποδόσφαιρο. Εκείνο το καλοκαίρι, η Serena Williams φόρεσε στο Roland Garros ένα outfit εμπνευσμένο από την απαγορευμένη εμφάνιση του Καμερούν. Το αίτημά της να έχει στην πλάτη τον τυχερό της αριθμό, το 26, δεν έγινε δεκτό από τους διοργανωτές.
Για το Μουντιάλ της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, η Puma υποχρεώθηκε να προσθέσει μανίκια στο σχέδιο. Δεν ήταν η τελευταία φορά που οι σχεδιαστές των εμφανίσεων του Καμερούν θα προκαλούσαν την ενόχληση της FIFA. Δύο χρόνια αργότερα, η κυκλοφορία μιας ενιαίας εμφάνισης, με φανέλα και σορτσάκι ραμμένα μαζί σε ένα κομμάτι, απαγορεύτηκε επίσης από την παγκόσμια ομοσπονδία.

9 – Αγγλία, 1966
Η κόκκινη φανέλα της Αγγλίας από το 1966 είναι άμεσα αναγνωρίσιμη. Είναι από εκείνες τις εμφανίσεις που παρότι έχουν περάσει 60 χρόνια συνεχίζουν να εμφανίζονται κάθε καλοκαίρι στην Αγγλία. Όχι μόνο επειδή είναι όμορφη μέσα στην απλότητά της, αλλά επειδή κουβαλάει το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό βάρος για τη χώρα.
Είναι η φανέλα του μοναδικού Παγκοσμίου Κυπέλλου που κατέκτησε ποτέ η Αγγλία. Η φανέλα της νίκης στο Γουέμπλεϊ, του χατ-τρικ του Geoff Hurst, της μπάλας που ίσως πέρασε τη γραμμή, της στιγμής που ο Bobby Moore σήκωσε το τρόπαιο Jules Rimet στους ώμους των συμπαικτών του. Υπήρχαν και άλλες αγγλικές εμφανίσεις που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν θέση, όπως εκείνες του 1982 και του 1990. Όμως, αν στη λίστα μπορεί να υπάρχει μόνο μία φανέλα της Αγγλίας, τότε δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την κόκκινη του 1966.

8 – Γαλλία 1982
«Ήταν το πιο όμορφο παιχνίδι μου. Καμία ταινία ή θεατρικό έργο δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτυπώσει τόσες αντιφάσεις και τόσα συναισθήματα. Ήταν ολοκληρωμένο. Ήταν υπέροχο». Με αυτά τα λόγια είχε περιγράψει ο αρχηγός της Γαλλίας, Michel Platini, τον ημιτελικό του 1982 απέναντι στη Δυτική Γερμανία.
Ήταν ένας αγώνας που έγραψε ιστορία για πολλούς λόγους: το σκληρό χτύπημα του τερματοφύλακα Harald Schumacher στον Patrick Battiston, το συναρπαστικό 3-3 μετά την παράταση και η πρώτη διαδικασία πέναλτι στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μέσα στη ζέστη της Σεβίλλης, η Γαλλία έμοιαζε αβίαστα κομψή. Η εμφάνισή της είχε μια κλασική φινέτσα, μια απλότητα και μια ισορροπία που την έκαναν να ξεχωρίζει. Ήταν το ιδανικό αισθητικό αποτύπωμα για ένα από τα πιο έντονα παιχνίδια στην ιστορία των Μουντιάλ.

7 – Ολλανδία 1974
Η Ολλανδία του 1974 δεν ήταν απλώς μια ομάδα. Ήταν μια ποδοσφαιρική ιδέα. Μια ποδοσφαιρική επανάσταση. Και ο Johan Cruyff ήταν το πρόσωπο της επανάστασης του Total Football.
Όταν έφτασε στο Μουντιάλ του 1974, ο Cruyff είχε ήδη κατακτήσει τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών με τον Άγιαξ και είχε κερδίσει δύο φορές τη Χρυσή Μπάλα. Εκείνο το τουρνουά έγινε η σκηνή μιας από τις πιο διάσημες στιγμές του: της περίφημης «ντρίμπλας Cruyff», που γεννήθηκε στον αγώνα της Ολλανδίας με τη Σουηδία στο Westfalenstadion του Ντόρτμουντ.
Η λεπτομέρεια που έκανε τη φανέλα ακόμη πιο μυθική ήταν ότι ο Cruyff φορούσε διαφορετική εκδοχή από τους συμπαίκτες του. Οι υπόλοιποι είχαν τις τρεις ρίγες της Adidas στα μανίκια. Ο Cruyff, όμως, είχε συμβόλαιο με την Puma και ήδη αρνούνταν να φορέσει παπούτσια Adidas. Μετά από σύγκρουση μεταξύ των εταιρειών, των παικτών και της ολλανδικής ομοσπονδίας, αποφασίστηκε η δική του φανέλα να έχει μία ρίγα λιγότερη.
Ο ίδιος είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του ότι η ολλανδική ομοσπονδία είχε υπογράψει συμβόλαιο με την Adidas χωρίς να ενημερώσει τους παίκτες. Θεωρούσαν, όπως έλεγε, ότι δεν χρειαζόταν, επειδή η φανέλα ήταν δική τους. «Αλλά το κεφάλι που βγαίνει από αυτήν είναι δικό μου», τους είχε απαντήσει.


6 – Κροατία, 1998
Davor Suker, Γαλλία 1998, κόκκινα και λευκά τετράγωνα να απλώνονται στον ώμο. Το χαρακτηριστικό μοτίβο της Κροατίας, εμπνευσμένο από το εθνόσημο, έκανε την ομάδα άμεσα αναγνωρίσιμη στο γήπεδο.
Η Κροατία είχε ήδη εντυπωσιάσει στο Euro 1996, φορώντας επίσης μια εξαιρετική εμφάνιση. Όμως το Μουντιάλ του 1998 είχε ξεχωριστή σημασία. Ήταν το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο συμμετείχε η χώρα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της, επτά χρόνια νωρίτερα.
Ο Suker, μαζί με τους Robert Jarni, Zvonimir Boban, Robert Prosinecki και τους υπόλοιπους, οδήγησαν την Κροατία μέχρι τα ημιτελικά. Εκεί, ο επιθετικός της Ρεάλ Μαδρίτης έβαλε την ομάδα του μπροστά στο σκορ απέναντι στη διοργανώτρια Γαλλία, πριν οι Γάλλοι επιστρέψουν με πρωταγωνιστή τον Lilian Thuram.
Η Κροατία, φορώντας και μια εξίσου εμβληματική μπλε εκτός έδρας εμφάνιση, νίκησε στη συνέχεια την Ολλανδία στον μικρό τελικό και κατέκτησε την τρίτη θέση. Η καρό φανέλα του 1998 έγινε από τότε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα εθνικής ποδοσφαιρικής ταυτότητας.

5 – Νιγηρία 2018
Η φανέλα της Νιγηρίας στο Μουντιάλ του 2018 ήταν φαινόμενο. Αποτελεί σπάνια περίπτωση εμφάνισης που έγινε αμέσως εμβληματική όχι τόσο λόγω όσων συνέβησαν μέσα στο γήπεδο, αλλά επειδή συνδέθηκε με την κουλτούρα, τη μόδα και μια ευρύτερη αισθητική της εποχής.
Τρία εκατομμύρια άνθρωποι προπαρήγγειλαν τη φανέλα, ενώ καταναλωτές σχημάτισαν ουρές έξω από το κεντρικό κατάστημα της Nike στο Λονδίνο την ημέρα της κυκλοφορίας της.
Ο σχεδιαστής Matthew Wolff εξηγεί ότι η ομάδα άντλησε άμεσα έμπνευση από την ίδια την ιστορία των εμφανίσεων της Νιγηρίας. Η φανέλα του 2002 αποτέλεσε σημείο αναφοράς, κυρίως για εκείνη τη λαμπερή απόχρωση του πράσινου που ήθελε να επαναφέρει. Παράλληλα, υπήρχε έμπνευση και από την εμφάνιση της περιόδου 1994-95.
Ο στόχος, όπως λέει, δεν ήταν να δημιουργηθεί κάτι από το μηδέν, αλλά να αξιοποιηθούν στοιχεία που υπήρχαν ήδη στην ποδοσφαιρική ταυτότητα της χώρας. Η χρονική συγκυρία ήταν επίσης ιδανική. Η Νιγηρία βρισκόταν σε μια παγκόσμια πολιτισμική στιγμή, με έντονη παρουσία στη μουσική, τη μόδα και τον κινηματογράφο. Η φανέλα εμφανίστηκε ακριβώς πάνω σε αυτό το κύμα και γι’ αυτό βρήκε τόσο μεγάλη απήχηση.
Ο ίδιος, πάντως, αποδίδει τα εύσημα σε ολόκληρη την ομάδα της Nike. Μια φανέλα δεν γίνεται φαινόμενο χάρη σε έναν μόνο σχεδιαστή, αλλά επειδή πολλοί άνθρωποι δουλεύουν με προσοχή, σκέψη και συνέπεια.

4 – Βραζιλία, 1970
Υπάρχει άραγε άλλη χώρα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο που να είναι τόσο συνδεδεμένη με ένα χρώμα όσο η Βραζιλία με το κίτρινο; Η καναρινί φανέλα του 1970 παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα στην ιστορία του αθλήματος.
Ακόμη και μέσα από παλιό, θολό αρχειακό υλικό, οι κίτρινες φανέλες της Βραζιλίας δείχνουν ζωντανές και εντυπωσιακές. Ήταν το ιδανικό ένδυμα για μια ομάδα γεμάτη παίκτες παγκόσμιας κλάσης, που έλαμψαν κάτω από τον ήλιο του Μεξικού. Pele, Carlos Alberto, Rivellino, Jairzinho. Η απλότητα της κίτρινης φανέλας έγινε αριστούργημα ποδοσφαιρικής λαογραφίας.

3 – ΗΠΑ, 1994
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέλαβαν τη διοργάνωση του Μουντιάλ του 1994, υπήρχε μεγάλος σκεπτικισμός. Πολλοί φίλοι του ποδοσφαίρου στον κόσμο αναρωτιούνταν πώς μια χώρα χωρίς ισχυρή ποδοσφαιρική παράδοση θα μπορούσε να φιλοξενήσει το μεγαλύτερο τουρνουά του αθλήματος.
Οι παίκτες των ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους δεν εκπροσωπούσαν επαγγελματικούς συλλόγους αλλά αγωνίζονταν με κεντρικά συμβόλαια της ομοσπονδίας, δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να γίνουν αντικείμενο χλευασμού. Όταν όμως η Adidas παρουσίασε τις εμφανίσεις του τουρνουά, ο Alexi Lalas και οι συμπαίκτες του νόμιζαν ότι κάποιος τους έκανε φάρσα.
Η εκτός έδρας φανέλα, με τεράστια αστέρια πάνω σε σχέδιο που θύμιζε ξεβαμμένο τζιν, ήταν απόλυτα αμερικανική ως ιδέα. Ποδοσφαιρικά, όμως, ήταν τολμηρή, θορυβώδης και ριψοκίνδυνη. Η ομάδα φοβήθηκε ότι θα γελοιοποιηθεί. Τουλάχιστον, ένα προτεινόμενο σχέδιο τύπου tie-dye δεν προχώρησε ποτέ.
Με τα χρόνια, όμως, η φανέλα αγαπήθηκε. Έγινε εμβληματική τόσο για τους παίκτες που τη φόρεσαν όσο και για τους φιλάθλους που τους αποθέωσαν. Σε αυτό βοήθησε και η παρουσία των ΗΠΑ στο τουρνουά, καθώς η ομάδα έφτασε μέχρι τη φάση των «16», όπου αποκλείστηκε από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Βραζιλία. Η θέση της στην πρώτη τριάδα ίσως επηρεάζεται και από την επιστροφή του Μουντιάλ στις ΗΠΑ. Όμως το 1994 ήταν ούτως ή άλλως ένα τουρνουά γεμάτο αξέχαστες εμφανίσεις.

2 – Αργεντινή, 1986
Ο προημιτελικός της Αργεντινής με την Αγγλία στο Μουντιάλ του 1986 φιλοξένησε δύο από τα πιο διάσημα γκολ στην ιστορία του ποδοσφαίρου: το «Χέρι του Θεού» του Diego Maradona και την ασταμάτητη κούρσα του από το δικό του μισό γήπεδο, σε ένα από τα ωραιότερα γκολ όλων των εποχών.
Η ιστορία πίσω από τις φανέλες που φορούσε εκείνη την ημέρα η Αργεντινή είναι εξίσου εντυπωσιακή. Η FIFA ενημέρωσε την Αργεντινή ότι θα έπρεπε να φορέσει τη σκούρα μπλε δεύτερη εμφάνισή της, ώστε να μην υπάρχει σύγχυση με τις λευκές φανέλες της Αγγλίας. Όμως, σε προηγούμενη νίκη επί της Ουρουγουάης, οι παίκτες είχαν διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη φανέλα ήταν βαριά και αποπνικτική μέσα στην έντονη ζέστη του Μεξικού.
Η Le Coq Sportif δεν είχε διαθέσιμη εναλλακτική λύση. Έτσι, σύμφωνα με την ιστορία, ο προπονητής Carlos Bilardo έστειλε ανθρώπους του στη γειτονιά Tepito της Πόλης του Μεξικού, γνωστή για τα προϊόντα απομίμησης, ώστε να βρουν νέες φανέλες.
Λέγεται ότι ο Maradona πήρε την τελική απόφαση για το σχέδιο που επεστράφη στην ομάδα, λέγοντας τη φράση που πέρασε στην ιστορία: «Τι ωραία φανέλα είναι αυτή, Carlos. Με αυτή θα νικήσουμε τους Άγγλους». Οι φροντιστές της ομάδας πέρασαν τις τελευταίες 24 ώρες πριν από τον αγώνα ράβοντας αριθμούς και το εθνόσημο πάνω στις φανέλες. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, ο Άγγλος μέσος Steve Hodge έβγαλε σε δημοπρασία τη φανέλα που είχε ανταλλάξει με τον Maradona εκείνη την ημέρα. Πουλήθηκε έναντι 7,1 εκατομμυρίων λιρών.

1 – Δυτική Γερμανία, 1990
Στην κορυφή βρίσκεται ένα κλασικό σχέδιο. Μια φανέλα που αναζητούν οι συλλέκτες και συχνά παρουσιάζεται ως πρωτοπόρος για μια νέα γενιά ποδοσφαιρικών εμφανίσεων: η εμβληματική εμφάνιση της Δυτικής Γερμανίας στο Μουντιάλ του 1990.
Ο John Blair, συγγραφέας του βιβλίου A Culture of Kits, έχει εξηγήσει ότι για να καταλάβει κανείς τη σημασία της, πρέπει να τη δει μέσα στο πλαίσιο της εποχής της. Μέχρι τότε, οι φανέλες ήταν σε μεγάλο βαθμό απλές και λιτές. Η συγκεκριμένη εμφάνιση συνδύασε ένα πραγματικά ξεχωριστό σχέδιο για την εποχή της, μια ομάδα που κατέκτησε το τρόπαιο και την πρώτη ουσιαστική ανάδειξη ενός πιο εκφραστικού σχεδιασμού.
Κι όμως, η φανέλα παραλίγο να εγκαταλειφθεί πριν από το Μουντιάλ. Είχε φορεθεί για πρώτη φορά στο Euro 1988, όταν η Δυτική Γερμανία, ως διοργανώτρια, αποκλείστηκε στα ημιτελικά. Η σχεδιάστρια Ina Franzmann εργαζόταν ήδη πάνω σε νέα εμφάνιση, μέχρι που παρενέβη ο ομοσπονδιακός τεχνικός Franz Beckenbauer και ζήτησε να παραμείνει το αρχικό σχέδιο.
Η Franzmann, η οποία σχεδίαζε επίσης ρούχα τένις για την Adidas και δεν ήταν φίλη του ποδοσφαίρου, είχε αναλάβει να φέρει «μια μικρή επανάσταση» στη φανέλα της εθνικής ομάδας. Όπως είχε πει, η ιδέα να χρησιμοποιηθεί λίγο χρώμα ανήκε στον Horst Dassler, γιο του ιδρυτή της Adidas, Adolf Dassler. Ήταν λοιπόν αυτονόητο να χρησιμοποιηθούν τα χρώματα της Γερμανίας.
Ο Dassler πέθανε το 1987 και δεν πρόλαβε να δει τη Δυτική Γερμανία να σηκώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο και να τραβά όλα τα βλέμματα στο Italia ’90. Για την Ina Franzmann, όμως, η στιγμή ήταν καθοριστική, αν και η πραγματική αναγνώριση ήρθε δεκαετίες αργότερα.
Η ίδια έχει πει ότι η φανέλα έγινε αριστούργημα χρόνια μετά. Και σήμερα, πράγματι, εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον. Όλοι θέλουν να μάθουν την ιστορία πίσω από αυτήν. Ίσως γιατί η εμφάνιση της Δυτικής Γερμανίας το 1990 συμπυκνώνει όλα όσα μπορούν να κάνουν μια φανέλα πραγματικά εμβληματική: τόλμη στον σχεδιασμό, ιστορικό πλαίσιο, μεγάλη ομάδα, παγκόσμιος τίτλος και μια εικόνα που παραμένει ζωντανή δεκαετίες αργότερα.



