Η Τουρκία επιχειρεί να αμφισβητήσει έναν από τους βασικότερους κανόνες της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης: το προνόμιο των πέντε μεγάλων δυνάμεων να αποφασίζουν, μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας, για τα σημαντικότερα ζητήματα διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν ζητά πλέον μόνο μεγαλύτερη εκπροσώπηση των αναπτυσσόμενων χωρών στα Ηνωμένα Έθνη. Προτείνει την κατάργηση του δικαιώματος βέτο, τον τερματισμό του καθεστώτος των μόνιμων μελών και τη δημιουργία ενός διαφορετικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων.
Η επίσημη υποψηφιότητα του Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, που υποβλήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2026, προσδίδει μια νέα διάσταση σε αυτή τη μακροχρόνια επιδίωξη. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας και νυν επικεφαλής του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) διαθέτει πολυετή εμπειρία στους διεθνείς οργανισμούς και προσωπική γνώση των μηχανισμών εξουσίας του ΟΗΕ. Η επιλογή του συνδέει τις τουρκικές φιλοδοξίες για αναμόρφωση του διεθνούς συστήματος με τη διεκδίκηση της κορυφαίας διοικητικής και διπλωματικής θέσης του Οργανισμού.
Πίσω από τη μεταρρυθμιστική ρητορική της Άγκυρας βρίσκεται, ωστόσο, και ένας σαφής γεωπολιτικός υπολογισμός. Ένα διεθνές σύστημα στο οποίο η επιρροή δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιστορικά προνόμια των ισχυρότερων κρατών θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερες δυνατότητες παρέμβασης για περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία.
Η πρόταση Ερντογάν: Χωρίς βέτο και χωρίς μόνιμα μέλη
Το σύνθημα «Ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από πέντε» αποτελεί εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία κεντρικό στοιχείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Αναφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία, την Κίνα, τη Γαλλία και τη Βρετανία, που διατηρούν μόνιμες έδρες στο Συμβούλιο Ασφαλείας και μπορούν να εμποδίσουν την υιοθέτηση ουσιαστικών αποφάσεων ασκώντας βέτο.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, σε άρθρο του στο Bloomberg, ο Ερντογάν παρουσίασε μια πιο συγκεκριμένη πρόταση για την αναδιάρθρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Υποστήριξε ότι η κατάργηση του βέτο πρέπει να αποτελέσει αφετηρία κάθε ουσιαστικής μεταρρύθμισης, απορρίπτοντας την ιδέα να προστεθούν απλώς νέα κράτη στην κατηγορία των μόνιμων μελών.
Η τουρκική πρόταση προβλέπει ένα Συμβούλιο Ασφαλείας χωρίς μόνιμες έδρες, στο οποίο τα μέλη θα εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση για καθορισμένες θητείες. Όσα κράτη επιθυμούν να παραμείνουν θα πρέπει να εξασφαλίζουν εκ νέου την υποστήριξη της πλειοψηφίας.
Παράλληλα, ο Τούρκος πρόεδρος ζητά μεγαλύτερες αρμοδιότητες για τη Γενική Συνέλευση και αυξημένη λογοδοσία του Συμβουλίου Ασφαλείας απέναντι στο σύνολο των 193 κρατών-μελών.
Η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στην παραδοχή ότι το σημερινό σύστημα εξακολουθεί να αντανακλά τους συσχετισμούς ισχύος που διαμορφώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικονομική άνοδος της Ασίας, η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων και το αυξανόμενο διεθνές βάρος της Αφρικής δεν έχουν συνοδευτεί από ανάλογες αλλαγές στη σύνθεση του σημαντικότερου οργάνου του ΟΗΕ.
Η δυσλειτουργία του Συμβουλίου Ασφαλείας σε μεγάλες διεθνείς κρίσεις προσφέρει πρόσθετα επιχειρήματα στην Άγκυρα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν αναδείξει τα όρια ενός συστήματος στο οποίο τα αντικρουόμενα συμφέροντα των μόνιμων μελών μπορούν να παραλύσουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Ωστόσο, η κατάργηση του βέτο δεν θα εξασφάλιζε αυτομάτως έναν αποτελεσματικότερο ΟΗΕ. Θα απαιτούσε έναν νέο τρόπο διαμόρφωσης πλειοψηφιών και διαχείρισης των συγκρούσεων μεταξύ κρατών με διαφορετικά συμφέροντα, χωρίς να υπάρχει μέχρι στιγμής συμφωνία για τη μορφή που θα μπορούσε να λάβει αυτός ο μηχανισμός.
Γιατί η Τουρκία δεν θέλει νέες μόνιμες έδρες
Η θέση της Άγκυρας δεν περιορίζεται σε δηλώσεις του Ερντογάν. Η Τουρκία συμμετέχει στην ομάδα Uniting for Consensus, μαζί με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, ο Καναδάς, το Μεξικό, η Αργεντινή, το Πακιστάν και η Νότια Κορέα.
Στην κοινή δήλωση που εξέδωσαν δώδεκα κράτη της ομάδας στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, τάχθηκαν υπέρ της διεύρυνσης των εκλεγμένων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μεγαλύτερης διάρκειας θητειών, αλλά κατά της δημιουργίας νέων μόνιμων εδρών.
Η συγκεκριμένη θέση έρχεται σε αντιπαράθεση με τις επιδιώξεις της Γερμανίας, της Ιαπωνίας, της Ινδίας και της Βραζιλίας, οι οποίες συγκροτούν την ομάδα G4 και διεκδικούν διεύρυνση του Συμβουλίου και στην κατηγορία των μόνιμων μελών.
Για την Τουρκία, η διαφορά έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Εάν δημιουργηθούν νέες μόνιμες έδρες, σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις θα αποκτήσουν προνομιακή θεσμική θέση για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, ένα σύστημα περιοδικά εκλεγόμενων μελών θα επέτρεπε σε περισσότερες χώρες να διεκδικούν συμμετοχή και να ανανεώνουν την παρουσία τους μέσω διπλωματικών συμμαχιών.
Υπάρχει, όμως, και μια ουσιαστική διαφωνία με την Αφρικανική Ένωση.
Η Άγκυρα επικαλείται συστηματικά την ανεπαρκή εκπροσώπηση της Αφρικής ως επιχείρημα υπέρ της μεταρρύθμισης. Η επίσημη αφρικανική θέση, όπως αποτυπώνεται στη Συναίνεση του Εζουλγουίνι, προβλέπει τουλάχιστον δύο μόνιμες έδρες για την ήπειρο και συνολικά πέντε μη μόνιμες. Η Αφρικανική Ένωση ζητά την κατάργηση του βέτο, αλλά θεωρεί ότι, εφόσον αυτό διατηρηθεί, πρέπει να επεκταθεί και στα νέα μόνιμα μέλη.
Επομένως, η Τουρκία και οι αφρικανικές χώρες συμφωνούν στην ανάγκη αναθεώρησης της σημερινής κατανομής ισχύος, αλλά όχι στο μοντέλο που θα την αντικαταστήσει.
Η αντίθεση αυτή περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ενιαίου μετώπου μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Αναδεικνύει επίσης ότι η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο ανάμεσα στα πέντε μόνιμα μέλη και στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και μεταξύ των κρατών που διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο στο διεθνές σύστημα.
Η γεωπολιτική στρατηγική πίσω από τη μεταρρύθμιση
Η τουρκική πρωτοβουλία συνδέεται με τη φιλοδοξία της Άγκυρας να εξελιχθεί σε αυτόνομο κέντρο επιρροής, χωρίς να περιορίζεται στον ρόλο ενός δυτικού συμμάχου ή μιας περιφερειακής δύναμης της Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία αξιοποιεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους με τη Ρωσία και αναπτύσσοντας συνεργασίες στην Ασία, στην Αφρική και στον μουσουλμανικό κόσμο. Η δυνατότητα επικοινωνίας με διαφορετικά γεωπολιτικά στρατόπεδα αποτελεί βασικό στοιχείο της διπλωματικής της στρατηγικής.
Η Πρωτοβουλία για τα Σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας το 2022, στην οποία συμμετείχαν η Τουρκία και ο ΟΗΕ, προσέφερε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Άγκυρα αξιοποίησε τις σχέσεις της τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο για να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός μηχανισμού εξαγωγής ουκρανικών αγροτικών προϊόντων κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ανάλογη λογική διπλωματικής διαμεσολάβησης ακολούθησε στις σχέσεις Αιθιοπίας και Σομαλίας. Παράλληλα, η παρουσία της στη Λιβύη και στη Συρία δείχνει ότι η τουρκική επιρροή δεν ασκείται αποκλειστικά μέσω διαπραγματεύσεων, αλλά και με στρατιωτικά μέσα όταν η Άγκυρα θεωρεί ότι διακυβεύονται στρατηγικά της συμφέροντα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αφρικανική διάσταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, οι τουρκικές πρεσβείες στην Αφρική αυξήθηκαν από 12 το 2002 σε 44 το 2022. Η διπλωματική επέκταση συνοδεύτηκε από εμπορικές συμφωνίες, αμυντική συνεργασία, αναπτυξιακά προγράμματα και ενίσχυση της παρουσίας τουρκικών επιχειρήσεων.
Οι σχέσεις αυτές αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν μεταφέρονται στους πολυμερείς οργανισμούς, όπου η υποστήριξη κρατών από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές μπορεί να επηρεάζει ψηφοφορίες, υποψηφιότητες και θεσμικές διαπραγματεύσεις.
Στην ίδια στρατηγική εντάσσεται η προσπάθεια μετατροπής της Κωνσταντινούπολης σε διεθνές κέντρο δραστηριοτήτων του ΟΗΕ. Η πόλη φιλοξενεί ήδη περιφερειακά και διεθνή γραφεία υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ των οποίων το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα (UNDP), ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών για τις Γυναίκες (UN Women) και το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό (UNFPA).
Πέρα από τη διεκδίκηση θεσμικών αλλαγών, η Τουρκία επενδύει έτσι και στη φυσική παρουσία διεθνών οργανισμών στο έδαφός της, επιδιώκοντας μόνιμο ρόλο στη λειτουργία τους.
Ο Σινιρλίογλου και η προσπάθεια να νομιμοποιήσει η Τουρκία τη διπλωματική της ατζέντα
Η επιλογή του Φεριντούν Σινιρλίογλου έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της σταδιοδρομίας του. Ο 70χρονος διπλωμάτης έχει υπηρετήσει ως πρέσβης της Τουρκίας στο Ισραήλ, γενικός γραμματέας του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και, για σύντομο διάστημα το 2015, υπουργός Εξωτερικών. Από το 2016 έως το 2023 ήταν μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη.
Το 2023 ο Αντόνιο Γκουτέρες τού ανέθεσε την ανεξάρτητη αξιολόγηση της διεθνούς προσέγγισης απέναντι στο Αφγανιστάν, ενώ τον Δεκέμβριο του 2024 ανέλαβε τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΑΣΕ.
Η συγκεκριμένη διαδρομή του προσφέρει πλεονεκτήματα που δεν θα διέθετε μια αμιγώς πολιτική υποψηφιότητα. Γνωρίζει τις διαδικασίες του ΟΗΕ, έχει εργαστεί σε πολυμερείς διαπραγματεύσεις και διαθέτει εμπειρία συνεργασίας με κράτη που βρίσκονται σε βαθιά πολιτική αντιπαράθεση.
Η θητεία του στον ΟΑΣΕ έχει πρόσθετη σημασία, καθώς ο οργανισμός περιλαμβάνει τόσο τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες όσο και τη Ρωσία και κράτη της Κεντρικής Ασίας. Η λειτουργία του βασίζεται στη συναίνεση, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τη λήψη αποφάσεων σε περιόδους έντονης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Η Άγκυρα επιχειρεί επομένως να παρουσιάσει έναν υποψήφιο που διαθέτει επαγγελματικό κύρος πέρα από τα όρια της τουρκικής πολιτικής σκηνής.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η υποψηφιότητά του μπορεί να θεωρηθεί προέκταση των κυβερνητικών επιλογών της Τουρκίας χωρίς θεσμικούς περιορισμούς. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ οφείλει, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη, να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που πρότεινε την υποψηφιότητά του.
Τι προτείνει ο ίδιος για τον ΟΗΕ
Το κείμενο θέσεων που παρουσίασε ο Σινιρλίογλου με την υποψηφιότητά του, υπό τον τίτλο «Διατήρηση της πολυμέρειας και οικοδόμηση γεφυρών», διαφοροποιείται ως προς την έμφαση από τη ρητορική του Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος επικεντρώνεται στην ανακατανομή της εξουσίας μεταξύ των κρατών. Ο Σινιρλίογλου προτάσσει την αποτελεσματικότερη λειτουργία του Οργανισμού, με έμφαση στην πρόληψη των συγκρούσεων, στη διαμεσολάβηση και στην ενίσχυση της συνεργασίας με περιφερειακούς οργανισμούς.
Στις προτεραιότητές του περιλαμβάνονται η βελτίωση των μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης, η αναβάθμιση της ειρηνευτικής δράσης και η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας ακόμη και μεταξύ κυβερνήσεων που βρίσκονται σε σύγκρουση.
Στο διοικητικό πεδίο προτείνει έναν ΟΗΕ πιο ευέλικτο, διαφανή και οικονομικά υπεύθυνο, με αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι χρηματοδοτικές δυσκολίες περιορίζουν τις δυνατότητες ανθρωπιστικής παρέμβασης του Οργανισμού.
Αναφέρεται επίσης στη βιώσιμη ανάπτυξη, στην επισιτιστική ασφάλεια, στην τεχνητή νοημοσύνη και στις νέες τεχνολογίες, υποστηρίζοντας την ανάγκη ισχυρότερης διεθνούς συνεργασίας για ζητήματα που υπερβαίνουν τις δυνατότητες των μεμονωμένων κρατών.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών και των περιοχών που υποεκπροσωπούνται στους διεθνείς θεσμούς αποτελεί ακόμη μία από τις προτεραιότητές του.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στη διαφοροποίηση των δύο προσεγγίσεων. Ο Ερντογάν προτείνει μια ριζική αλλαγή της δομής του Συμβουλίου Ασφαλείας, ενώ ο Σινιρλίογλου αναδεικνύει μεταρρυθμίσεις που μπορούν να προωθηθούν μέσα από την καθημερινή λειτουργία του Οργανισμού και τις αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα.
Η διάκριση αυτή επιτρέπει στον Τούρκο διπλωμάτη να απευθυνθεί και σε κράτη που αναγνωρίζουν την ανάγκη αναμόρφωσης του ΟΗΕ, χωρίς να συμμερίζονται τις προτάσεις της Άγκυρας για πλήρη κατάργηση των μόνιμων εδρών.
Τα θεσμικά εμπόδια για την Τουρκία και η εξουσία των πέντε
Η εφαρμογή της τουρκικής πρότασης προσκρούει σε ένα θεμελιώδες νομικό εμπόδιο: την ίδια τη διαδικασία τροποποίησης του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο 108 προβλέπει ότι οποιαδήποτε αλλαγή απαιτεί έγκριση από τα δύο τρίτα της Γενικής Συνέλευσης και επικύρωση από τα δύο τρίτα των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένων υποχρεωτικά και των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία και η Βρετανία πρέπει να συναινέσουν σε μια μεταρρύθμιση που θα τους αφαιρούσε το σημαντικότερο θεσμικό τους προνόμιο.
Υπό τις σημερινές συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, μια τέτοια εξέλιξη εμφανίζεται εξαιρετικά δύσκολη. Περισσότερα περιθώρια υπάρχουν για επιμέρους αλλαγές στις διαδικασίες λειτουργίας του Συμβουλίου, στη διαφάνεια των αποφάσεων και στον περιορισμό της χρήσης του βέτο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η ομάδα Uniting for Consensus υποστηρίζει, για παράδειγμα, την αυτοσυγκράτηση στη χρήση του βέτο σε περιπτώσεις γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου και άλλων μαζικών θηριωδιών.
Ούτε ένας ενδεχόμενος Γενικός Γραμματέας Σινιρλίογλου θα μπορούσε να παρακάμψει αυτές τις προϋποθέσεις. Η επιρροή του θα περιοριζόταν στις αρμοδιότητες του αξιώματος: την ανάδειξη διεθνών κρίσεων, την προώθηση διπλωματικών πρωτοβουλιών, τη διοικητική αναμόρφωση του ΟΗΕ και την αξιοποίηση των μηχανισμών διαμεσολάβησης.
Το άρθρο 99 του Καταστατικού Χάρτη επιτρέπει στον Γενικό Γραμματέα να θέτει ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας ζητήματα τα οποία θεωρεί ότι απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Δεν του δίνει, όμως, τη δυνατότητα να επιβάλλει αποφάσεις ή να ακυρώνει το βέτο των μόνιμων μελών.
Η ελληνική και η κυπριακή διάσταση
Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η υποψηφιότητα Σινιρλίογλου συνδέεται με συγκεκριμένα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και διεθνούς δικαίου.
Ο Τούρκος διπλωμάτης έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και υποστήριξη των τουρκικών θέσεων για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Κατά τη θητεία του ως μόνιμου αντιπροσώπου στον ΟΗΕ, η Τουρκία απέστειλε επιστολές που συνέδεαν την ελληνική κυριαρχία σε νησιά του Αιγαίου με το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησής τους, προβάλλοντας ισχυρισμούς τους οποίους η Αθήνα απορρίπτει ως αντίθετους προς το διεθνές δίκαιο.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ευαισθησία που προκαλεί η υποψηφιότητα στη Λευκωσία. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, τη χαρακτήρισε στις 31 Οκτωβρίου «πολιτικό οξύμωρο και βαθιά θεσμική αντίφαση», επισημαίνοντας ότι η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει μέρος της κυπριακής επικράτειας και να μην εφαρμόζει αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έχει ουσιαστικό ρόλο στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, μέσω των προσωπικών του απεσταλμένων, των διαβουλεύσεων με τις εμπλεκόμενες πλευρές και των εκθέσεων που υποβάλλει στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Επομένως, η υποψηφιότητα ενός πρώην ανώτατου εκπροσώπου της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής εγείρει ερωτήματα για την εμπιστοσύνη που θα μπορούσε να εξασφαλίσει από όλες τις πλευρές. Το άρθρο 100 του Καταστατικού Χάρτη επιβάλλει στον Γενικό Γραμματέα την υποχρέωση να μη ζητά ούτε να λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση. Ο Σινιρλίογλου έχει δεσμευτεί στο πρόγραμμά του ότι θα ενεργεί αμερόληπτα, αλλά η προηγούμενη διπλωματική του δραστηριότητα αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης κατά τη διαδικασία επιλογής.
Η Αθήνα συμμετέχει στο Συμβούλιο Ασφαλείας ως εκλεγμένο μέλος για τη διετία 2025-2026 και έχει δικαίωμα ψήφου στην επιλογή του επόμενου Γενικού Γραμματέα, όχι όμως δικαίωμα βέτο.
Η θητεία του Αντόνιο Γκουτέρες ολοκληρώνεται στις 31 Δεκεμβρίου 2026, ενώ η διαδικασία επιλογής του διαδόχου του βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Η επίσημη κατάθεση της υποψηφιότητας Σινιρλίογλου ακολούθησε την έβδομη άτυπη ψηφοφορία του Συμβουλίου Ασφαλείας, στις 30 Οκτωβρίου. Σε αυτήν η Ρεμπέκα Γκρίνσπαν από την Κόστα Ρίκα συγκέντρωσε έντεκα θετικές και τέσσερις αρνητικές ψήφους, χωρίς να έχει διαμορφωθεί η απαιτούμενη συναίνεση.
Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι επέλεξε να υποβάλει την υποψηφιότητά της προκειμένου να συμβάλει στην υπέρβαση του αδιεξόδου. Ο Τούρκος μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, Αχμέτ Γιλντίζ, δήλωσε επίσης ότι η χώρα του είχε καθυστερήσει την κίνηση, σεβόμενη την άτυπη γεωγραφική εναλλαγή που ευνοεί αυτή την περίοδο τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.
Η παράδοση της γεωγραφικής εναλλαγής και η αυξανόμενη πίεση για εκλογή της πρώτης γυναίκας Γενικής Γραμματέα αποτελούν πρόσθετες δυσκολίες για τον Σινιρλίογλου.
Η επίσημη υποψηφιότητα, πάντως, δημιουργεί στην Τουρκία έναν ακόμη διπλωματικό δίαυλο επικοινωνίας με τις μεγάλες δυνάμεις και τα κράτη που συμμετέχουν στη διαδικασία. Παράλληλα, επιτρέπει στην Άγκυρα να επαναφέρει τις προτάσεις της για την αναμόρφωση των Ηνωμένων Εθνών σε μια περίοδο κατά την οποία η αποτελεσματικότητα και η χρηματοδότηση του Οργανισμού βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης.
Η ανάδειξη του νέου Γενικού Γραμματέα απαιτεί τουλάχιστον εννέα θετικές ψήφους στο δεκαπενταμελές Συμβούλιο Ασφαλείας, χωρίς αρνητική ψήφο από οποιοδήποτε από τα πέντε μόνιμα μέλη. Στη συνέχεια, ο υποψήφιος πρέπει να διοριστεί από τη Γενική Συνέλευση. Κατά συνέπεια, για να αναλάβει ο Σινιρλίογλου την ηγεσία του ΟΗΕ, η Τουρκία χρειάζεται τη μη εναντίωση των ίδιων πέντε δυνάμεων των οποίων τα θεσμικά προνόμια επιδιώκει να καταργήσει ο Ερντογάν.


