Αμηχανία έχει προκαλέσει στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ η υπόθεση της απόσπασης της συζύγου του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες, με το διόλου ευκαταφρόνητο «εξωτικό» επίδομα αλλοδαπής που αγγίζει τις 245.700 ευρώ.
Μιλώντας στην ΕΡΤ, ο Μιχάλης Κατρίνης, ο μόνος που τόλμησε να πάρει ανοιχτά θέση, είπε το αυτονόητο: «Καθαρές κουβέντες. Εγώ στη θέση του δεν θα το έκανα, θα προστάτευα και τον εαυτό μου και την οικογένειά μου και την παράταξη από μια εύκολη κριτική».
Αντί όμως ο κ. Φαραντούρης να μαζέψει το θέμα και να δείξει λίγη εσωκομματική σεμνότητα, προτίμησε να περάσει στην αντεπίθεση με μια ρητορική που αγγίζει τα όρια του λαϊκισμού. Επιστράτευσε πρόχειρα τον φεμινισμό, υποστηρίζοντας ότι η κριτική για την απόσπαση της συζύγου του μας γυρίζει στη δεκαετία του ’60 και ότι κάποιοι… θέλουν τις γυναίκες πίσω στην κουζίνα.
Πρόκειται για μια μάλλον άτυχη προσπάθεια αποπροσανατολισμού, για να το θέσουμε επιεικώς. Το ζήτημα δεν είναι αν μια γυναίκα πρέπει να σταδιοδρομεί, αλλά αν είναι «ΟΚ» η σύζυγος ενός εν ενεργεία ευρωβουλευτή να μετακινείται στις Βρυξέλλες —εκεί ακριβώς όπου εδρεύει ο σύζυγος- με μία διαδικασία με σκιές ως προς τη διαφάνειά της.
Το να μετατρέπεις, λοιπόν, μία τέτοια ιστορία σε «μάχη των φύλων», στερείται πολιτικής λογικής.
Ωστόσο, όπως φαίνεται, η ανάγκη για μία εύκολη αντεπίθεση οδηγεί πολλές φορές σε λάθη…
Α.Ο.


