Όταν σκεφτόμαστε τους μεγάλους ζωγράφους της Αναγέννησης, το μυαλό μας πηγαίνει σε εκλεπτυσμένες τεχνικές και ακριβά υλικά για την παραγωγή αριστουργημάτων που ο κόσμος θαυμάζει μέχρι σήμερα.
Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι οι καλλιτέχνες αυτοί άπλωναν στους καμβάδες τους… θρυμματισμένα ανθρώπινα λείψανα. Κι όμως, το «καφέ της μούμιας» ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς χρωστικές ουσίες που χρησιμοποιούσαν οι καλλιτέχνες μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα.
Η ανατριχιαστική συνήθεια των Ευρωπαίων με τις μούμιες
Για εμάς, η μούμια είναι μεν ανατριχιαστική, αλλά είναι ένα κομμάτι της ιστορίας που εκτίθεται σε μουσεία και πρέπει να σεβόμαστε. Σε προηγούμενους αιώνες, οι άνθρωποι είχαν πολύ διαφορετική σχέση με τις μούμιες.
Ήδη από τον 12ο αιώνα, η σκόνη από μούμιες θεωρούνταν ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες για κάθε είδους πάθηση, από τον πονόδοντο μέχρι τη δυσεντερία. Μέχρι τον 16ο αιώνα, είχε στηθεί ένα καλά οργανωμένο δίκτυο διακίνησης μουμιών σε όλη την Ευρώπη.
Με λίγα λόγια, οι Ευρωπαίοι έτρωγαν μούμιες – και όχι απλά σε σκόνη. Τη Βικτωριανή Εποχή, ήταν πολύ της μόδας στην αριστοκρατία τα… πάρτι μούμιας, όπου οι παρευρισκόμενοι ξετύλιγαν τα σάβανα κάποιας μούμιας που είχε φτάσει από την εξωτική Αίγυπτο και αρκετοί έτρωγαν κομμάτια από αυτές.
Το καφέ της μούμιας στη ζωγραφική
Σύντομα, οι έμποροι κατάλαβαν ότι υπήρχε και άλλη χρήση για τις μούμιες στη ζωγραφική.
Με την άλεση της σάρκας των μουμιών (ανθρώπινων, αλλά και γατών) και την ανάμειξή τους με λευκή πίσσα και μύρο, παρασκευαζόταν μια χρωστική ουσία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πλούσιο, ζεστό καφέ χρώμα, με εξαιρετική διαφάνεια, που καθόταν ιδανικά ανάμεσα στην ώχρα και το σκούρο καφέ.

Παρά το μακάβριο της προέλευσής του, το «καφέ της μούμιας» έγινε ανάρπαστο. Οι ζωγράφοι της Αναγέννησης και αργότερα οι Προραφαηλίτες το θεωρούσαν αναντικατάστατο.
Λόγω της διαφάνειάς του, ήταν ιδανικό για τις «υαλώσεις» (glazing), τη δημιουργία σκιών και την απόδοση των σαρκικών τόνων. Καλλιτέχνες όπως ο Ντελακρουά το χρησιμοποιούσαν για να προσδώσουν μια «φανταστική ομίχλη» και βάθος στα έργα τους.
Μάλιστα, το 1797, ένας οδηγός χρωμάτων στο Λονδίνο διακήρυττε ότι το καλύτερο καφέ για την τέχνη προέρχεται από τη σάρκα της μούμιας, σημειώνοντας μάλιστα ότι «τα πιο σαρκώδη μέρη είναι και τα καλύτερα».
Το τέλος μιας μακάβριας εποχής
Η αγάπη για το χρώμα άρχισε να φθίνει από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα για δύο λόγους: τον οικονομικό και τον ηθικό.
Οι αιώνες μανιώδους ζωγραφικής (και ιατρικής χρήσης) είχαν προκαλέσει έλλειψη στην αγορά, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη. Παράλληλα, οι καλλιτέχνες άρχισαν να συνειδητοποιούν τι ακριβώς άπλωναν στον καμβά τους.

Είναι χαρακτηριστική η ιστορία του Βρετανού ζωγράφου Έντουαρντ Μπερν-Τζόουνς. Όταν ο συνάδελφός του Λόρενς Άλμα-Τάντεμα τον διαβεβαίωσε ότι είχε δει με τα μάτια του μούμιες να αλέθονται σε εργαστήριο χρωμάτων, ο Μπερν-Τζόουνς σοκαρίστηκε.
Πίστευε ότι το όνομα ήταν απλώς μια μεταφορά. Λέγεται ότι πήρε το σωληνάριο με το καφέ της μούμιας και το έθαψε στον κήπο του, αρνούμενος να ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ το λείψανο ενός ανθρώπου για την τέχνη του.
Μέχρι το 1915, η ζήτηση είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Το 1964, ένας από τους τελευταίους μεγάλους προμηθευτές στο Λονδίνο δήλωσε στο περιοδικό Time ότι «ξέμεινε από μούμιες».
Σήμερα, αν αναζητήσετε το χρώμα αυτό σε ένα κατάστημα ειδών τέχνης, θα βρείτε ένα συνθετικό μείγμα από ορυκτά όπως ο αιματίτης και ο γκαιτίτης. Είναι «μούμια» μόνο κατ’ όνομα, θυμίζοντας μια εποχή που η ανθρωπότητα δεν δίσταζε να… κανιβαλίσει την ιστορία.


