Ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο στέλεχος της γρίπης των πτηνών, γνωστό ως H5N1, εντοπίστηκε στην ηπειρωτική Αυστραλία, τερματίζοντας το καθεστώς της ως της μοναδικής ηπείρου που παρέμενε απαλλαγμένη από τον ιό. Η υπουργός Γεωργίας Τζούλι Κόλινς ανακοίνωσε ότι ένα καφέ σκούα, μεταναστευτικό θαλασσοπούλι που βρέθηκε άρρωστο στη Δυτική Αυστραλία, πέθανε από τον ιό.
Μέχρι σήμερα έχουν επιβεβαιωθεί έξι κρούσματα σε μεταναστευτικά υποανταρκτικά πτηνά, γεγονός που προκαλεί έντονη ανησυχία για την εξάπλωση της νόσου. Να σημειώσουμε ότι στην Αυστραλία αυτήν την εποχή «δημιουργείται» το νέο στέλεχος της γρίπης που θα αντιμετωπίσουμε εμείς στο βόριο ημισφαίριο τον προσεχή χειμώνα…
Η γρίπη H5
Η γρίπη H5 χαρακτηρίζεται ως «υψηλής παθογονικότητας», επειδή μεταδίδεται εύκολα και προκαλεί σοβαρή νόσο και υψηλή θνησιμότητα στα ζώα. Σύμφωνα με ειδικούς, πρόκειται για μια παγκόσμια επιζωοτία που έχει εξαπλωθεί σε πολλές ηπείρους και έχει προσβάλει εκατοντάδες είδη. Από το 2021 έχει προκαλέσει τον θάνατο εκατομμυρίων άγριων πτηνών και χιλιάδων θαλάσσιων θηλαστικών, ενώ έχει επηρεάσει περισσότερα από 560 είδη πτηνών και πάνω από 100 είδη θηλαστικών. Παράλληλα, έχει επιφέρει σοβαρές οικονομικές απώλειες στην πτηνοτροφία διεθνώς.
Το συγκεκριμένο στέλεχος εμφανίστηκε αρχικά στην Ασία και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ανταρκτική. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι έφτασε στο νησί Heard, αυστραλιανό έδαφος στον νότιο Ινδικό Ωκεανό, το 2025. Εκεί εξαπλώθηκε γρήγορα σε πιγκουίνους, φώκιες και άλλα θαλασσοπούλια, προκαλώντας τον θάνατο περισσότερων από 13.000 νεογέννητων νότιων θαλάσσιων ελεφάντων και εκατοντάδων βασιλικών πιγκουίνων.
Η είσοδος του ιού στην ηπειρωτική Αυστραλία αποδίδεται στη μετανάστευση μολυσμένων πτηνών. Οι αυστραλιανές αρχές πραγματοποιούν εκτεταμένες δειγματοληψίες και παρακολουθούν στενά την κατάσταση, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν ο ιός έχει εξαπλωθεί περαιτέρω. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις μαζικών θανάτων άγριων ζώων ούτε μόλυνσης σε πτηνοτροφικές μονάδες, όμως η επιτήρηση συνεχίζεται.
Ανησυχία για τη γεωργία
Η εμφάνιση του H5N1 προκαλεί ανησυχία για τη γεωργία και ιδιαίτερα για την πτηνοτροφία. Ο ιός διαφέρει από το στέλεχος H7, το οποίο είχε προκαλέσει επιδημίες σε αυστραλιανές φάρμες τα προηγούμενα χρόνια, οδηγώντας στη θανάτωση εκατοντάδων χιλιάδων κοτόπουλων. Σε άλλες χώρες οι συνέπειες ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, έχουν θανατωθεί περισσότερα από 200 εκατομμύρια πουλερικά, προκαλώντας σοβαρές οικονομικές απώλειες για τους παραγωγούς και αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων.
Όσον αφορά τη δημόσια υγεία, ο κίνδυνος για τον γενικό πληθυσμό θεωρείται προς το παρόν χαμηλός. Τα ανθρώπινα κρούσματα είναι σπάνια και συνήθως συνδέονται με άμεση επαφή με μολυσμένα πουλερικά ή άλλα ζώα. Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, πονόλαιμο, επιπεφυκίτιδα και μυϊκούς πόνους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθούν σε σοβαρή νόσο ή ακόμη και να οδηγήσουν στον θάνατο. Από το 2003 έως τις αρχές του 2026 έχουν καταγραφεί 997 ανθρώπινα κρούσματα σε 25 χώρες, εκ των οποίων τα 478 ήταν θανατηφόρα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανή επίδραση του ιού στην αυστραλιανή άγρια πανίδα. Επιστήμονες προειδοποιούν ότι, αν ο ιός εγκατασταθεί στους φυσικούς πληθυσμούς, η ανάσχεσή του θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Είδη που ήδη απειλούνται με εξαφάνιση, όπως ο διάβολος της Τασμανίας, ο παπαγάλος με πορτοκαλί κοιλιά, η αυστραλιανή φώκια του ακρωτηρίου και το αυστραλιανό θαλάσσιο λιοντάρι, θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτα. Οι αρχές έχουν εκπονήσει περισσότερα από 100 σχέδια αντιμετώπισης για την προστασία ευαίσθητων ειδών και σημαντικών οικοσυστημάτων, ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν αυξημένη χρηματοδότηση για την αποκατάσταση των οικοτόπων, τον έλεγχο των εισβολικών ειδών και τη μείωση άλλων πιέσεων που επιβαρύνουν την άγρια ζωή.
Οι πολίτες καλούνται να μην αγγίζουν νεκρά ή άρρωστα πτηνά και θαλάσσια θηλαστικά και να ενημερώνουν άμεσα τις αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές για κάθε ύποπτο περιστατικό, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη ανίχνευση και τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού.


