Οι αλλαγές στη μνήμη θεωρούνται συχνό μέρος της γήρανσης, όμως νέα μελέτη δείχνει ότι ορισμένες από αυτές μπορεί να ξεκινούν ήδη από τη μέση ηλικία. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Cerebral Cortex, εξετάζει όχι μόνο πότε εμφανίζονται τα προβλήματα μνήμης, αλλά και γιατί συμβαίνουν.
Στη μελέτη συμμετείχαν ενήλικες ηλικίας 18–74 ετών. Οι ερευνητές έδειξαν στους συμμετέχοντες εικόνες αντικειμένων και τοπίων, καθεμία συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Μετά από πέντε λεπτά ξεκούρασης, τους ζητήθηκε να θυμηθούν ποια εικόνα αντιστοιχούσε σε κάθε πρόσωπο. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μαγνητική τομογραφία για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία του ιππόκαμπου, μιας περιοχής του εγκεφάλου που είναι σημαντική για τη μνήμη.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ακρίβεια της μνήμης μειωνόταν σημαντικά όχι μόνο στους μεγαλύτερους, αλλά και στους συμμετέχοντες μέσης ηλικίας. Αυτό υποδηλώνει ότι η μέση ηλικία μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό μεταβατικό στάδιο για τη λειτουργία της μνήμης, νωρίτερα από την ηλικία που συνήθως αρχίζουμε να παρατηρούμε έντονα προβλήματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος έκανε τα λάθη. Στους νεότερους ενήλικες, όταν μια ανάμνηση ήταν λανθασμένη, ο εγκέφαλος δεν ενεργοποιούσε επαρκώς τα αρχικά μοτίβα μνήμης. Αντίθετα, στους μεγαλύτερους, ο ιππόκαμπος παρέμενε ιδιαίτερα ενεργός και επανενεργοποιούσε τα αρχικά μοτίβα, αλλά αυτό δεν οδηγούσε απαραίτητα σε σωστή ανάκληση.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η γήρανση δεν σημαίνει απλώς πως ο εγκέφαλος «λειτουργεί λιγότερο». Αντίθετα, μπορεί να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο συνδέει και οργανώνει τις πληροφορίες. Έτσι, ένας μεγαλύτερος άνθρωπος μπορεί να θυμάται με μεγάλη βεβαιότητα ένα πρόσωπο, αλλά να το συνδέει με λάθος αντικείμενο ή τοπίο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, το πρόβλημα δεν φαίνεται να οφείλεται μόνο στη συρρίκνωση του εγκεφάλου, αλλά και σε αλλαγές στον τρόπο επικοινωνίας των περιοχών της μνήμης.
Οι ειδικοί που σχολίασαν τη μελέτη θεωρούν ότι τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη πως οι νευρολογικές αλλαγές που σχετίζονται με την απώλεια μνήμης μπορεί να αρχίζουν πολύ πριν εμφανιστούν έντονα συμπτώματα. Η τεχνική της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας δεν είναι ακόμη έτοιμη για καθημερινή κλινική χρήση, αλλά ενδέχεται στο μέλλον να βοηθήσει στην έγκαιρη αναγνώριση των αλλαγών και στην ανάπτυξη θεραπειών που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την επιδείνωση.
Παρότι δεν υπάρχει εγγυημένος τρόπος πρόληψης της απώλειας μνήμης ή της άνοιας, υπάρχουν μέτρα που υποστηρίζουν τη συνολική υγεία του εγκεφάλου. Η τακτική σωματική άσκηση, η υγιεινή διατροφή, όπως η μεσογειακή, η πνευματική δραστηριότητα, η διατήρηση κοινωνικών επαφών, η αποφυγή του καπνίσματος και ο περιορισμός του αλκοόλ μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της εγκεφαλικής λειτουργίας. Εξίσου σημαντικός είναι ο επαρκής και σταθερός ύπνος, καθώς και η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η υπνική άπνοια.
Οι γιατροί τονίζουν ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για κάθε περιστασιακή αφηρημάδα. Το σημαντικό είναι να παρατηρούμε αν υπάρχει σταθερή επιδείνωση σε σχέση με το προηγούμενο επίπεδο λειτουργικότητας. Η επαναλαμβανόμενη λήθη σημαντικών συζητήσεων, η απώλεια προσανατολισμού σε γνώριμα μέρη ή η δυσκολία στη διαχείριση φαρμάκων και οικονομικών υποχρεώσεων είναι σημάδια που αξίζει να συζητηθούν με γιατρό. Η έγκαιρη αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει γνωστικά τεστ, έλεγχο φαρμάκων, ύπνου και διάθεσης, καθώς και εξετάσεις για πιθανές αναστρέψιμες αιτίες.


