Για 25 λεπτά, στις 13 Ιουνίου, το Μαρόκο έγραψε ιστορία στο Παγκόσμιο Κύπελλο, κατά τη διάρκεια της ισοπαλίας 1-1 με τη Βραζιλία. Εκείνο το διάστημα, κανένας από τους ποδοσφαιριστές που βρίσκονταν στον αγωνιστικό χώρο για λογαριασμό των «Λιονταριών του Άτλαντα» δεν είχε γεννηθεί στο Μαρόκο.
Το Μουντιάλ του 2026 καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό παικτών στην ιστορία της διοργάνωσης που εκπροσωπούν διαφορετική χώρα από εκείνη στην οποία γεννήθηκαν. Σχεδόν ένας στους τέσσερις ποδοσφαιριστές των 48 εθνικών ομάδων ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Ήδη η διοργάνωση έχει προσφέρει χαρακτηριστικές στιγμές. Στις 16 Ιουνίου, ο Ιμπραΐμ Μπαγιέ, γεννημένος στη Γαλλία, σκόραρε για τη Σενεγάλη απέναντι στη χώρα όπου γενήθηκε, στη νίκη των «τρικολόρ» με 3-1.
Το γεγονός θύμισε όσα είχαν συμβεί στο Μουντιάλ του 2022, όταν ο Μπριλ Εμπολό, γεννημένος στο Καμερούν αλλά διεθνής με την Ελβετία, έγινε ο πρώτος παίκτης στα περισσότερα από 90 χρόνια ιστορίας της διοργάνωσης που βρήκε δίχτυα απέναντι στη χώρα όπου γεννήθηκε.
Αντί να πανηγυρίσει, σήκωσε τα χέρια του απολογητικά προς την εξέδρα. «Ήξερα ότι αν σκόραρα δεν θα πανηγύριζα το γκολ, από σεβασμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χάρηκα», είχε δηλώσει τότε στους δημοσιογράφους.
Μόλις οκτώ ομάδες χωρίς παίκτη γεννημένο στο εξωτερικό
Σύμφωνα με τις επίσημες λίστες που κατατέθηκαν στη FIFA, μόνο οκτώ από τις 48 εθνικές ομάδες του Μουντιάλ δεν διαθέτουν ούτε έναν ποδοσφαιριστή που να έχει γεννηθεί εκτός της χώρας που εκπροσωπεί.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κουρασάο, το οποίο συμμετέχει για πρώτη φορά στην ιστορία του σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Από τους 26 παίκτες της αποστολής, μόνο ένας έχει γεννηθεί στο νησί της Καραϊβικής. Οι περισσότεροι έχουν γεννηθεί στην Ολλανδία, καθώς το Κουρασάο αποτελεί μέρος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
Αντίστοιχα, το Κατάρ διαθέτει στο ρόστερ του ποδοσφαιριστές από δέκα διαφορετικές εθνικότητες, προερχόμενους από την Αφρική, την Ευρώπη αλλά και τη Νότια Αμερική.
Ένα από τα πιο προβεβλημένα παραδείγματα είναι ο Μίκαελ Ολίσε. Παρότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο, ο εξτρέμ της Μπάγερν Μονάχου επέλεξε να αγωνιστεί με τη Γαλλία, πατρίδα της μητέρας του.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις διοργανώτριες χώρες, αγωνίζεται ο Αντόνι Ρόμπινσον, ο οποίος γεννήθηκε στο Μίλτον Κέινς της Αγγλίας αλλά απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στην εθνική ομάδα των ΗΠΑ μέσω του πατέρα του.
Όταν τα αδέλφια επιλέγουν διαφορετικές εθνικές ομάδες
Οι επιλογές αυτές έχουν δημιουργήσει ακόμη και οικογενειακό… εμφύλιο.
Στο Μουντιάλ του 2026 υπάρχουν τέσσερα ζευγάρια αδελφών που εκπροσωπούν διαφορετικές χώρες:
- Ντεζιρέ και Γκελά Ντουέ (Γαλλία και Ακτή Ελεφαντοστού)
- Νίκο και Ινιάκι Γουίλιαμς (Ισπανία και Γκάνα)
- Χάρι και Τζον Σάουταρ (Αυστραλία και Σκωτία)
- Ντέρικ Λούκασεν και Μπράιαν Μπρόμπεϊ (Γκάνα και Ολλανδία)
Πριν από το 2026, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί μόνο δύο φορές, με τα ετεροθαλή αδέλφια Τζερόμ και Κέβιν Πρινς Μπόατενγκ, που εκπροσώπησαν αντίστοιχα τη Γερμανία και τη Γκάνα στα Μουντιάλ του 2010 και του 2014, αγωνιζόμενοι μάλιστα ο ένας απέναντι στον άλλο και στις δύο διοργανώσεις.
Αντανάκλαση των παγκόσμιων μεταναστευτικών ροών
Ο καθηγητής Γκάισμπερτ Οονκ, ιστορικός και ειδικός σε θέματα μετανάστευσης και ταυτότητας στο Πανεπιστήμιο Erasmus της Ολλανδίας, θεωρεί πως η τάση αυτή αντικατοπτρίζει τις αλλαγές της σύγχρονης κοινωνίας.
«Σχεδόν το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία γεννήθηκε. Το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο μεταξύ των υψηλά εξειδικευμένων εργαζομένων και των αθλητών κορυφαίου επιπέδου», εξηγεί στο BBC.
«Πρόκειται για αντανάκλαση των μεταναστευτικών προτύπων».
Πώς άλλαξαν οι κανόνες της FIFA
Το ποσοστό των ποδοσφαιριστών που εκπροσωπούν άλλη χώρα από τη γενέτειρά τους μεταβαλλόταν διαχρονικά, αλλά μέχρι πρόσφατα παρέμενε σχετικά χαμηλό.
Έρευνα του Κέντρου Μετανάστευσης, Πολιτικής και Κοινωνίας (COMPAS) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης δείχνει ότι κυμαινόταν από 2% έως 14% στα περισσότερα Μουντιάλ. Η μεγάλη άνοδος ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας στο 16,5% στο Κατάρ το 2022.
Το 2026 το ποσοστό ξεπέρασε το 23%, με 289 από τους 1.248 ποδοσφαιριστές να έχουν γεννηθεί σε διαφορετική χώρα από εκείνη που εκπροσωπούν.
Η FIFA ιδρύθηκε το 1904, όμως καθιέρωσε επίσημους κανόνες εθνικότητας μόλις τη δεκαετία του 1960. Μέχρι τότε οι ποδοσφαιριστές μπορούσαν να επιλέξουν οποιαδήποτε χώρα επιθυμούσαν.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Λουίς Μόντι. Ο Αργεντινός μέσος αγωνίστηκε με την Αργεντινή στον τελικό του Μουντιάλ του 1930 και τέσσερα χρόνια αργότερα κατέκτησε το τρόπαιο με την Ιταλία. Παραμένει μέχρι σήμερα ο μοναδικός παίκτης που έχει αγωνιστεί σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου με δύο διαφορετικές εθνικές ομάδες.
Το 1962 η FIFA όρισε ότι οι ποδοσφαιριστές έπρεπε να διαθέτουν υπηκοότητα της χώρας που εκπροσωπούν και δεν μπορούσαν πλέον να αγωνιστούν σε περισσότερες από μία εθνικές ομάδες κατά τη διάρκεια της καριέρας τους.
Εξαιρέσεις δόθηκαν μόνο σε περιπτώσεις κρατικών διασπάσεων, όπως συνέβη με αθλητές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας.
Το 2004 η FIFA επέτρεψε σε παίκτες που είχαν αγωνιστεί σε μικρές εθνικές κατηγορίες μιας χώρας να αλλάζουν εκπροσώπηση σε επίπεδο ανδρών, αρκεί να είχαν σαφή σύνδεση με τη νέα χώρα, μέσω γονέων, παππούδων ή διαμονής.
Αργότερα το απαιτούμενο διάστημα παραμονής αυξήθηκε από δύο σε πέντε χρόνια.
Η περίπτωση του Μαρόκου
Οι αλλαγές αυτές ευνόησαν ιδιαίτερα χώρες με μεγάλη διασπορά, όπως το Μαρόκο.
Τη δεκαετία του 2010, η μαροκινή ομοσπονδία δημιούργησε δίκτυο σκάουτινγκ σε χώρες με ισχυρές μαροκινές κοινότητες, όπως η Γαλλία, η Ολλανδία και το Βέλγιο. Η στρατηγική απέδωσε καρπούς και συνέβαλε στην ιστορική πορεία του Μαρόκου στο Μουντιάλ του 2022, όταν έγινε η πρώτη αφρικανική χώρα που έφτασε στα ημιτελικά.
Από τους τρεις παίκτες που ευστόχησαν στα πέναλτι απέναντι στην Ισπανία στα προημιτελικά, οι δύο δεν είχαν γεννηθεί στο Μαρόκο: ο Χακίμ Ζιγιές, γεννημένος στην Ολλανδία, και ο Ασράφ Χακίμι, ο οποίος μάλιστα χάρισε την πρόκριση απέναντι στην ίδια τη χώρα όπου γεννήθηκε.
Η ερευνήτρια του COMPAS, δρ. Μύριαμ Τσέρτι, σχολιάζει: «Πρόκειται για την ιστορία μιας χώρας που έμαθε να αντιμετωπίζει τη διασπορά της όχι ως κάτι δευτερεύον, αλλά ως κρίσιμο κομμάτι του εθνικού ποδοσφαιρικού της συστήματος».
Απόφαση καρδιάς ή επαγγελματική επιλογή;
Η δρ. Τσέρτι επισημαίνει ότι οι επιλογές των ποδοσφαιριστών διαμορφώνονται από επαγγελματικούς, συναισθηματικούς και πολιτικούς παράγοντες.
Ο Ιμπραΐμ Μπαγιέ, που είχε περάσει από όλες τις μικρές εθνικές ομάδες της Γαλλίας, ανακοίνωσε στα 17 του ότι θα εκπροσωπήσει τη Σενεγάλη, χώρα καταγωγής της μητέρας του. «Δεν θα μετανιώσω ποτέ που επέλεξα να παίξω για τη Σενεγάλη, γιατί ήταν μια απόφαση καρδιάς», δήλωσε τότε.
Αντίστοιχα, ο Πέπε, γεννημένος στη Βραζιλία, επέλεξε να αγωνιστεί με την Πορτογαλία, όπου ζούσε και έπαιζε ποδόσφαιρο από το 2001.
Το 2010 βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χώρα γέννησής του στο Μουντιάλ της Νότιας Αφρικής. «Δεν μετάνιωσα ποτέ για την απόφασή μου να γίνω Πορτογάλος. Αντιμετωπίζω τη Βραζιλία όπως οποιοδήποτε άλλο παιχνίδι. Θα τιμώ πάντα τα χρώματα της Πορτογαλίας», είχε δηλώσει.
Ένα θέμα που εξακολουθεί να διχάζει
Η πρακτική της επιλογής διαφορετικής εθνικής ομάδας δεν γίνεται πάντοτε αποδεκτή από όλους.
Ο πρώην πρόεδρος της FIFA, Σεπ Μπλάτερ, είχε εκφράσει πολλές φορές ανησυχίες για την αυξανόμενη τάση των χωρών να επιταχύνουν τη διαδικασία πολιτογράφησης παικτών, ιδιαίτερα Βραζιλιάνων.
Το 2007 είχε προειδοποιήσει ότι ένα Μουντιάλ γεμάτο από ομάδες «με Βραζιλιάνους παίκτες» θα αποτελούσε «πραγματικό κίνδυνο».
Ακόμη και οι φίλαθλοι συχνά αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τέτοιες επιλογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Ντιέγκο Κόστα, γεννημένος στη Βραζιλία αλλά διεθνής με την Ισπανία, ο οποίος αποδοκιμάστηκε έντονα στο Μουντιάλ του 2014 που διεξήχθη στη Βραζιλία.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Οονκ, οι απόψεις παραμένουν διχασμένες. «Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι φίλαθλοι δεν μπορούν πλέον να ταυτιστούν με μια εθνική ομάδα όταν αυτή βασίζεται σε παίκτες γεννημένους στο εξωτερικό. Άλλοι προσεγγίζουν το ζήτημα από τη σκοπιά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λένε “αφήστε τους ήσυχους, είναι η δουλειά τους, το εισόδημά τους”».
Για τη δρ. Τσέρτι, το ποδόσφαιρο απλώς ακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις: «Η εθνική ομάδα δεν αποτελεί πλέον μόνο αντανάκλαση του πληθυσμού που ζει μέσα στα σύνορα μιας χώρας. Αντικατοπτρίζει όλο και περισσότερο τη μετανάστευση, την ιστορία και την παγκόσμια κινητικότητα».


