Κόσμος

Εθνικοποιήσεις, μεγαλύτερο κράτος: Η αριστερή ατζέντα του «εν αναμονή» νέου πρωθυπουργού της Βρετανίας

Ο Άντι Μπέρναμ προετοιμάζεται για τη Ντάουνινγκ Στριτ 10 με ένα οικονομικό πρόγραμμα ριζοσπαστικών αλλαγών.
AP Photo/Jon Super

Καθώς όδευε προς τη νίκη στις επαναληπτικές εκλογές της περιφέρειας του Μέικερφιλντ, ο Άντι Μπέρναμ δήλωσε στους ψηφοφόρους ότι επιθυμεί «τα βασικά αγαθά και υπηρεσίες της ζωής να λειτουργούν πρωτίστως προς το δημόσιο συμφέρον και όχι προς τα ιδιωτικά συμφέροντα».

Αναφερόμενος στο δίκτυο λεωφορείων και τραμ Bee Network της ευρύτερης περιοχής του Μάντσεστερ, το οποίο ενοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Μπέρναμ υπογράμμισε επανειλημμένα την ανάγκη για μεγαλύτερο «δημόσιο έλεγχο» στα βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Στην κορυφή της λίστας του βρίσκονται το νερό, η ενέργεια, οι μεταφορές και η στέγαση.

Σύμφωνα με τον Guardian πλέον, ως εν αναμονή πρωθυπουργός, αναμένεται να αναπτύξει περαιτέρω τις οικονομικές του προτεραιότητες σε ομιλία που θα εκφωνήσει τη Δευτέρα.

Η ομιλία του στο Μάντσεστερ αναμένεται να προσελκύσει έντονο ενδιαφέρον, τόσο από τους πιο αριστερούς υποστηρικτές του όσο και από τους ιδιοκτήτες μεγάλων τμημάτων της βρετανικής οικονομίας. Όλοι θα προσπαθήσουν να διαπιστώσουν κατά πόσο είναι πραγματικά αποφασισμένος να διευρύνει τον ρόλο του κράτους — φτάνοντας ακόμη και στην πλήρη εθνικοποίηση — και αν είναι διατεθειμένος να συγκρουστεί με τα κατεστημένα συμφέροντα που στέκονται εμπόδιο σε αυτή την πορεία.

Η επιλογή του για τη θέση του υπουργού Οικονομικών θεωρείται κρίσιμη δοκιμασία του ριζοσπαστισμού του σε αυτό το ζήτημα. Όσοι υποστηρίζουν μια συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των εθνικοποιήσεων, θεωρούν ότι ο Εντ Μίλιμπαντ είναι ο μόνος ρεαλιστικός υποψήφιος που θα ήταν πρόθυμος να εξετάσει τα αναγκαία βήματα — ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την έντονη πίεση των επιχειρηματικών λόμπι.

Αντίθετα, ο πρώην υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ δεν έκανε καμία αναφορά στη δημόσια ιδιοκτησία ή στον δημόσιο έλεγχο στην πρόσφατη ομιλία του για τον «προοδευτικό καπιταλισμό». Το φαβορί των στοιχηματικών εταιρειών για το υπουργείο Οικονομικών επικεντρώθηκε αντίθετα στην εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην απορρύθμιση του πολεοδομικού και χωροταξικού πλαισίου και στην αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Βόρειας Θάλασσας.

Ο Νιλ Λόσον, διευθυντής της προοδευτικής δεξαμενής σκέψης Compass και ένθερμος υποστηρικτής του Μπέρναμ, θεωρεί ότι η διάκριση μεταξύ δημόσιου ελέγχου — που θα μπορούσε να σημαίνει απλώς αυστηρότερη ρύθμιση, για παράδειγμα — και πλήρους δημόσιας ιδιοκτησίας είναι καθοριστικής σημασίας.

«Πιστεύει ο Άντι Μπέρναμ ότι μπορεί να αρκεστεί στον “έλεγχο”, όταν όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτά τα αγαθά δεν μπορούν πραγματικά να ελεγχθούν και ότι μπορούν να διοικούνται προς όφελος του δημοσίου μόνο εφόσον ανήκουν, με κάποιον καινοτόμο τρόπο, στον δημόσιο τομέα;», διερωτάται.

Άντι Μέρναμ: Ποιος είναι ο διάδοχος του Στάρμερ στην πρωθυπουργία της Βρετανίας

ΣΣ Ίσως το πιο ριζοσπαστικό όραμα για το τι θα μπορούσε να σημαίνει η δημόσια ιδιοκτησία παρουσιάστηκε σε ένα εκτενές κείμενο πολιτικής που δημοσιεύθηκε πρόσφατα από τον Ματ Λόρενς, διευθυντή του think tank Common Wealth, υπό την αιγίδα του Mainstream, του πολιτικού εγχειρήματος που στηρίζει την εκστρατεία του Μπέρναμ.

Ο Λόρενς λέει για τον Μπέρναμ: «Έχει αντιληφθεί ότι μέρος της επιθυμίας των πολιτών για αλλαγή αφορά αυτό το υβριδικό και γραφειοκρατικό μοντέλο που εφαρμόζουμε στους βασικούς τομείς της οικονομίας, όπου ένα αδύναμο κράτος προσπαθεί να ρυθμίσει ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Ένα σύστημα που στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί για κανέναν, είτε μιλάμε για την προσιτότητα των υπηρεσιών, είτε για τις επενδύσεις, είτε για την οικονομική κυριαρχία, είτε για την ποιότητα ζωής».

Το Common Wealth ιδρύθηκε με ρητό στόχο να υποστηρίξει την επέκταση της δημόσιας ιδιοκτησίας, αν και ο Λόρενς και ο συν-συγγραφέας του, Άλεξ Γουίλιαμς, αποφεύγουν τον όρο «εθνικοποίηση».

Το βασικό επιχείρημα της μελέτης τους, The Productive State («Το Παραγωγικό Κράτος»), είναι ότι πολλά από τα βασικά αγαθά και υπηρεσίες της ζωής — όπως οι μεταφορές, η ενέργεια και το νερό, αλλά και η κοινωνική φροντίδα και η στέγαση — έχουν καταστεί υπερβολικά ακριβά, επειδή οι μέτοχοι αποσπούν διαρκώς ένα μέρος των εσόδων.

Αυτό, υποστηρίζουν, οδηγεί σε υψηλότερο πληθωρισμό και, κατά συνέπεια, σε υψηλότερα επιτόκια, ενώ ταυτόχρονα αφήνει τους ψηφοφόρους απογοητευμένους, καθώς ακόμη και στοιχειώδεις στόχοι δημόσιας πολιτικής — όπως η διατήρηση των υδάτινων οδών της Αγγλίας απαλλαγμένων από λύματα — μοιάζουν διαρκώς να ξεφεύγουν από την εμβέλεια των πολιτικών.

Η Κατ Χομπς, ιδρύτρια της εκστρατείας We Own It, η οποία εδώ και χρόνια υποστηρίζει τη δημόσια ιδιοκτησία βασικών υποδομών και πόρων, δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτήν ακριβώς τη δημοκρατική διάσταση του επιχειρήματος.

«Τα επιχειρήματα είναι αρκετά απλά», λέει. «Μιλάμε για φυσικά μονοπώλια. Ως καταναλωτές δεν έχουμε πραγματική δυνατότητα επιλογής· γι’ αυτό υποστηρίζουμε ότι, ως πολίτες, χρειαζόμαστε λογοδοσία».

Το Common Wealth επιμένει ότι το μοντέλο που προτείνει δεν έχει ουσιαστικά καμία σχέση με το μεταπολεμικό πρότυπο των μεγάλων, δυσκίνητων εθνικοποιημένων βιομηχανιών, οι οποίες χρηματοδοτούνταν απευθείας από το Υπουργείο Οικονομικών και βρίσκονταν υπό τον άμεσο έλεγχο των υπουργών.

Παλαιότερο πρότυπο

Αντί γι’ αυτό, παραπέμπουν σε ένα παλαιότερο πρότυπο: το Κεντρικό Συμβούλιο Ηλεκτρισμού (Central Electricity Board), που ιδρύθηκε το 1926 από τη συντηρητική κυβέρνηση του Στάνλεϊ Μπόλντουιν. Ο κρατικός αυτός οργανισμός, ο οποίος λειτουργούσε με θεσμική αυτονομία από την κυβέρνηση, κατασκεύασε το πρώτο εθνικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και εξορθολόγισε την παραγωγή ηλεκτρισμού, συμβάλλοντας στη μείωση των λογαριασμών για τους καταναλωτές.

Έρευνα του Άρθουρ Ντάουνινγκ, από το London School of Economics (LSE), έδειξε ότι οι περιφερειακές δημόσιες επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της εποχής, γνωστές ως «municipals», μπορούσαν να μειώνουν τις τιμές επειδή δεν ήταν υποχρεωμένες να διανέμουν κέρδη στους μετόχους και μπορούσαν να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος από ό,τι ένας ιδιωτικός φορέας.

Με παρόμοια λογική, το Common Wealth περιγράφει το μοντέλο που προτείνει ως «μια δημόσια επιχείρηση με σαφή αποστολή, η οποία θα δανείζεται με εγγύηση τα δικά της έσοδα και θα είναι προστατευμένη τόσο από τον βραχυπρόθεσμο δημοσιονομικό ορίζοντα του Υπουργείου Οικονομικών όσο και από την άντληση κερδών από τους μετόχους».

Καθώς ο Μπέρναμ ετοιμάζεται να εγκατασταθεί στην Ντάουνινγκ Στριτ 10, το μέλλον της Thames Water θεωρείται μια πρώτη δοκιμασία αυτής της προσέγγισης. Οι υπουργοί καλούνται να αποφασίσουν εάν η υπερχρεωμένη εταιρεία θα υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς κρατικής διαχείρισης (Special Administration Regime – SAR) ή αν θα επιτραπεί στους ομολογιούχους της να αναλάβουν τον έλεγχό της.

Οι μέτοχοι της Thames Water έχουν ήδη χάσει ολοκληρωτικά την επένδυσή τους, ενώ οι πιστωτές της έχουν προσφερθεί να αποδεχθούν σημαντική απομείωση των απαιτήσεών τους. Το καθεστώς SAR μπορεί να εφαρμοστεί όταν μια επιχείρηση που παρέχει κρίσιμη δημόσια υπηρεσία κινδυνεύει με κατάρρευση, οδηγώντας την σε μια μορφή προσωρινής κρατικά εποπτευόμενης αφερεγγυότητας. Στην περίπτωση αυτή, ένας ανεξάρτητος ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.

Το αναμενόμενο αποτέλεσμα μετά την υπαγωγή μιας εταιρείας στο SAR είναι η επανιδιωτικοποίησή της, αφού προηγουμένως αναδιαρθρωθούν τα οικονομικά της. Ωστόσο, οι υποστηρικτές των εθνικοποιήσεων υποστηρίζουν ότι οι υπουργοί θα μπορούσαν, αντί γι’ αυτό, να αποφασίσουν ότι η Thames Water θα μετατραπεί οριστικά σε δημόσια επιχείρηση.

Ακόμη και ο Λόρενς, ο οποίος πιστεύει ότι η δημόσια ιδιοκτησία θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι πολύ πιο διαδεδομένη, εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς την ταχύτητα με την οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η μετάβαση, έχοντας επίγνωση του κινδύνου να ανησυχήσουν οι επενδυτές του ιδιωτικού τομέα.

«Δεν πρόκειται για επίθεση στις αγορές, στον δυναμισμό ή στην επιχειρηματικότητα. Πρόκειται για τη διόρθωση ορισμένων τομέων που σήμερα δεν λειτουργούν σωστά, ώστε να παρέχουν τις προσιτές βάσεις πάνω στις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν δυναμικές επιχειρήσεις», λέει, υποστηρίζοντας ότι η κρατική ικανότητα — δηλαδή η δυνατότητα του δημόσιου τομέα να διοικεί αποτελεσματικά τέτοιες δραστηριότητες — πρέπει να οικοδομηθεί σταδιακά.

Πράγματι, ο Λόρενς εκτιμά ότι στα τρία χρόνια που απομένουν σε μια κυβέρνηση των Εργατικών, η περίπτωση της Thames Water ίσως να αποτελεί το ανώτατο όριο όσων θα μπορούσαν να επιτευχθούν ως προς την εθνικοποίηση υφιστάμενων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Αντίθετα, η Χομπς και στελέχη του think tank Compass θα ήθελαν να δουν πολύ πιο επιθετική αξιοποίηση του καθεστώτος SAR.

Ακόμη και αυτή η προσέγγιση, πάντως, θα ήταν λιγότερο ριζική από εκείνη που προέβλεπε το προεκλογικό πρόγραμμα των Εργατικών το 2019, το οποίο δεσμευόταν να περάσουν «οι σιδηρόδρομοι, το ταχυδρομείο, το νερό και η ενέργεια» σε δημόσια ιδιοκτησία, με αντάλλαγμα την έκδοση κρατικών ομολόγων προς τους μετόχους. Οι Εργατικοί του Τζέρεμι Κόρμπιν υποστήριζαν ότι το σχέδιο θα ήταν «δημοσιονομικά ουδέτερο», επειδή το κράτος θα αποκτούσε αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, το Institute for Fiscal Studies υπολόγιζε ότι το αρχικό κόστος θα ανερχόταν σε «πολλές δεκάδες δισεκατομμύρια» λίρες, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι φορολογούμενοι θα αναλάμβαναν και σημαντικά χρέη.

O Μπέρναμ θα πρέπει προς το παρόν να επικεντρωθεί σε σχετικά γρήγορες νίκες

Αυτή ακριβώς η προσέγγιση — ανταλλαγή κρατικών ομολόγων με μετοχές — είναι εκείνη που προτείνεται και στη μελέτη The Productive State.

Η πρόσθετη δανειοδότηση που θα απαιτούνταν για μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να χωρέσει στο ισχύον δημοσιονομικό πλαίσιο, εφόσον το κράτος αποκτούσε σε αντάλλαγμα ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Ωστόσο, το ίδιο δεν ισχύει για τα υλικά περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει σύνθετα λογιστικά και δημοσιονομικά προβλήματα, εκτός εάν οι δημοσιονομικοί κανόνες τροποποιούνταν εκ νέου.

Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες σχετικά με το ποια θα έπρεπε να θεωρηθεί η «δίκαιη αξία» των μετοχών για τους επενδυτές.

Η σχετικά περιορισμένη δημοσιονομική ευχέρεια της κυβέρνησης — με το δημόσιο χρέος να έχει σχεδόν τριπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ τα τελευταία είκοσι χρόνια, φθάνοντας στο 96%, και με τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους να αναμένεται να ανέλθουν φέτος στα 137 δισεκατομμύρια λίρες — εγείρει επίσης ερωτήματα σχετικά με το κόστος οποιουδήποτε πρόσθετου δανεισμού.

Για αυτούς και άλλους λόγους, ο Λόρενς θεωρεί ότι ο Μπέρναμ θα πρέπει προς το παρόν να επικεντρωθεί σε σχετικά γρήγορες νίκες, οι οποίες θα δίνουν έμφαση όχι μόνο στη δημόσια ιδιοκτησία, αλλά και στον δημόσιο έλεγχο.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ενθαρρυνθούν όλοι οι μητροπολιτικοί δήμαρχοι να αξιοποιήσουν τις εξουσίες που διαθέτουν για την παραχώρηση συγκοινωνιακών υπηρεσιών (franchising), ώστε να δημιουργήσουν ενοποιημένα δίκτυα μεταφορών στα πρότυπα του Bee Network. Παράλληλα, η Great British Railways θα μπορούσε να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στον συντονισμό των δρομολογίων και της τιμολογιακής πολιτικής μεταξύ των σιδηροδρομικών εταιρειών που οι Εργατικοί επαναφέρουν υπό κρατικό έλεγχο.

Την ίδια στιγμή, θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια σειρά από αναπτυξιακές εταιρείες, με δυνατότητα δανεισμού, προκειμένου να δοθεί ώθηση στην οικοδόμηση κατοικιών, αντί η κυβέρνηση να ελπίζει ότι η χαλάρωση των πολεοδομικών περιορισμών από μόνη της θα οδηγήσει σε αναγέννηση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Η Ρέιτσελ Ριβς έχει ήδη ανακοινώσει τη δημιουργία μιας τέτοιας αναπτυξιακής εταιρείας για την ευρύτερη περιοχή του Κέιμπριτζ.

Ο Λόρενς προτείνει στη συνέχεια οι Εργατικοί να προσέλθουν στις επόμενες γενικές εκλογές με ένα πιο φιλόδοξο πρόγραμμα εθνικοποιήσεων, το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει και τη μεταφορά των εταιρειών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε δημόσια ιδιοκτησία.

Ένα ακόμη εργαλείο αλλαγής που αναφέρεται συχνά είναι η Great British Energy. Οι υποστηρικτές των εθνικοποιήσεων υποστηρίζουν ότι ο νέος αυτός κρατικός φορέας συγκροτήθηκε με υπερβολική επιφυλακτικότητα και ότι, εφόσον επεκταθεί και αποκτήσει ευρύτερη αποστολή, θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί και στην ίδια την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η προεκλογική ρητορική του Μπέρναμ περί διεύρυνσης του ρόλου του κράτους μπορεί να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πιθανών πολιτικών. Καθώς αναμένεται σύντομα να ανακοινώσει τη σύνθεση της κορυφαίας κυβερνητικής του ομάδας, κάθε λέξη του βουλευτή του Μέικερφιλντ θα αναλυθεί με ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι πράγματι έτοιμος, όπως έγραφε και ο αισιόδοξος τίτλος του βιβλίου του Εντ Μίλιμπαντ πριν από λίγα χρόνια, να «σκεφτεί και να δράσει σε μεγάλη κλίμακα» (go big).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Ακολουθήστε το iEidiseis.gr στο Google News
Chevron Left
Παρέλυσε ο ΒΟΑΚ: Απίστευτη ταλαιπωρία λόγω έργων – Έκλεισε απροειδοποίητα ο δρόμος