Νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ αποτυπώνει την πλέον ανεξέλεγκτη κατάσταση με τα ενοίκια στην Ελλάδα, καθώς η χώρα μας κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ το 2025.
Το 2024 στην Αθήνα, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια αντιστοιχούσε στο 93,6% του μέσου μηνιαίου μισθού, ποσοστό υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου (45,6%) στην ΕΕ-27.
Η «κούρσα» των αυξήσεων στα ενοίκια απορροφά ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος – υπολογίζεται σε πάνω από τα δύο τρίτα του μέσου μισθού- καθιστώντας την αυτόνομη διαβίωση πολύ πιο δύσκολη για νέους εργαζόμενους, ζευγάρια και νέες οικογένειες.
Παράλληλα, η στεγαστική πίεση μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα για βασικές ανάγκες, αποταμίευση και κατανάλωση, ενώ η αύξηση του κόστους στέγασης επιβαρύνει δυσανάλογα όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, καθιστά δυσχερέστερη την αγορά κατοικίας, και εντείνει τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες.
Η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ρυθμό +10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία. Την ίδια ώρα, στην Αθήνα, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο αντιστοιχεί πλέον στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ για διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 93,6%.
Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης:
- Στην ΕΕ-27, το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%.
- Η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με +10,1%.
- Από το 2000 έως το 2025, τα ενοίκια στην Ελλάδα ακολούθησαν έντονη διακύμανση: ισχυρή άνοδο πριν από την κρίση, βαθιά πτώση την περίοδο 2011–2018, στασιμότητα έως το 2021 και νέα έντονη άνοδο από το 2022.
- Οι τιμές αγοράς κατοικιών στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, έχουν πλέον ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα, μετά από πολύ ταχεία ανάκαμψη από το 2017 και μετά.
- Η επιβάρυνση των νοικοκυριών στην Αθήνα είναι πλέον δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς τα ενοίκια βρίσκονται σε ευρωπαϊκά επίπεδα, ενώ οι μισθοί παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι.
Πιο αναλυτικά, η πορεία των ενοικίων στην Ελλάδα διαφέρει σημαντικά από την αντίστοιχη της ΕΕ. Ενώ τα ενοίκια στην ΕΕ ακολουθούσαν σταθερά ανοδική πορεία καθ’ όλη την περίοδο 2000–2025 (από 84 σε 131 περίπου, δείκτης 2009=100), στην Ελλάδα καταγράφεται μια διαφορετική δυναμική.
Διακρίνονται τέσσερις φάσεις:
- η περίοδος ταχείας ανόδου (2000–2011), όπου ο δείκτης ενοικίων στην Ελλάδα αυξήθηκε από 68 σε 103 (+53%), με ετήσιους ρυθμούς αύξησης 4-5% που υπερέβαιναν σταθερά τόσο τον πληθωρισμό όσο και τα ενοίκια στην υπόλοιπη ΕΕ – μια δυναμική που συνδέεται με τα χρόνια ευημερίας πριν από την κρίση
- η περίοδος απότομης πτώσης (2011–2018), όπου ο δείκτης ενοικίων κατέρρευσε από 103 σε 77 (πτώση 26%), αντανακλώντας τη δημοσιονομική κρίση, τα μνημόνια, τη συρρίκνωση των εισοδημάτων και τη δραματική αύξηση της ανεργίας
- η περίοδος στασιμότητας (2018–2021), όπου τα ενοίκια παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα στο 77, εν μέρει λόγω πανδημίας
- η περίοδος νέας ανόδου (2022–2025), όπου ο δείκτης αυξήθηκε από 78 σε 94 (αύξηση 21%), ξεπερνώντας το 2025 ακόμη και τα επίπεδα του 2010.
Ωστόσο, παρά την πρόσφατη αύξηση, τα ελληνικά ενοίκια σε πραγματικούς όρους παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την κρίση (94 το 2025 έναντι 103 το 2011), ενώ αντίστοιχα τα ενοίκια στην ΕΕ αυξήθηκαν αδιάλειπτα, φτάνοντας στο 131 το 2025.
Η αντίφαση αυτή -δείκτης χαμηλότερος από τα ιστορικά υψηλά αλλά ταυτόχρονα βαρύς για τα νοικοκυριά- εξηγείται από τη δραματική υποχώρηση των εισοδημάτων κατά την ίδια περίοδο.


