Ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένα μεγάλο νησί από κοχύλια στα ανοικτά των ακτών της Κουλασαουάνι, στο βόρειο Βανούα Λεβού των Φίτζι, δημιουργήθηκε πιθανότατα από την ανθρώπινη δραστηριότητα πριν από περίπου 1.200 χρόνια και όχι από τσουνάμι όπως θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Συγκεκριμένα, η επιστημονική ομάδα που πραγματοποίησε γεωαρχαιολογική έρευνα και δημοσιεύθηκε στο Geoarchaeology, διαπίστωσε ότι η εν λόγω έκταση γης δεν προέκυψε από γεωλογικές διεργασίες, αλλά από τη συστηματική απόρριψη οστράκων από αρχαίους κατοίκους της περιοχής.
Η τυχαία ανακάλυψη στα Φίτζι και το έδαφος
Επισημαίνεται ότι, το 2017, ερευνητές που διεξήγαγαν γεωαρχαιολογική επισκόπηση στην ακτή του Βάνουα Λέβου, στα Φίτζι, σκόνταψαν πάνω σε ένα μικρό νησί 3.000 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο περιβάλλεται από δάση. Στη συνέχεια, εξετάζοντάς το από πιο κοντά, διαπίστωσαν ότι αυτή η ανυψωμένη χερσαία μάζα ήταν κατασκευασμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από υπολείμματα βρώσιμων οστρακοειδών, αναμεμειγμένα με αμμώδη πηλό.
«Αυτά δεν βρίσκονταν απλώς στην επιφάνεια», εξηγεί η ομάδα στην εργασία της, στην οποία τονίζεται: «Σε πολλά σημεία, καβούρια που σκάβουν, είχαν μεταφέρει υλικά από βάθος 30 έως 50 εκατοστών στην επιφάνεια του εδάφους, δείχνοντας ότι τα υπολείμματα οστρακοειδών αποτελούσαν τον κύριο όγκο αυτών». Δύο ομάδες έχουν έκτοτε επισκεφθεί την περιοχή για να ερευνήσουν το νησί, το οποίο βρίσκεται περίπου 60 εκατοστά πάνω από τη μέση στάθμη της πλημμυρίδας στα υψηλότερα σημεία του.
Οι θεωρίες για τη δημιουργία και το νησί από κοχύλια
Αρχικά, η επικρατούσα υπόθεση ήταν ότι το νησί στα Φίτζι σχηματίστηκε από τη μηχανική των κυμάτων, με τον ωκεανό να εναποθέτει τα κοχύλια στο σημείο, τα οποία τώρα εξέχουν από το νερό. «Η περιορισμένη συγκέντρωση ηλικιών γύρω στο 760 μ.Χ. μπορεί να υποδηλώνει ότι αυτή η απόθεση δημιουργήθηκε όταν ένα μεγάλο κύμα (πιθανότατα τσουνάμι) πέρασε κάποτε από την περιοχή με μεγάλη δύναμη», αναφέρει η ομάδα και σημειώνει το εξής: «Ίσως αυτό το κύμα να χτύπησε ένα στρώμα κοχυλιών, ακόμη και έναν αρχαίο σωρό απορριμμάτων, στον πυθμένα της θάλασσας δυτικά του νησιού και να τον διέλυσε, μεταφέροντας υπολείμματα στην ξηρά».
Ωστόσο, αυτή η θεωρία δεν ταυτιζόταν με τους τύπους των κοχυλιών που βρέθηκαν, καθώς σχεδόν όλα ανήκαν σε βρώσιμες ποικιλίες. Έτσι, οι επιστήμονες θεωρούν πλέον πιο πιθανό ότι το νησί από κοχύλια δημιουργήθηκε από πρώιμους αποίκους. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι κάτοικοι επεξεργάζονταν τεράστιους αριθμούς οστρακοειδών εκεί, απορρίπτοντας τα κελύφη για μερικές εκατοντάδες χρόνια.
Σε πολλά νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, οι άνθρωποι έχτιζαν κυριολεκτικά τη γη κάτω από τα πόδια τους. Ειδικότερα, στην εν λόγω μελέτη αναφέρεται: «Σε εκείνα τα νησιά του δυτικού Ειρηνικού γύρω από τα οποία η στάθμη της θάλασσας έπεφτε κατά την περίοδο του (πρώιμου) ανθρώπινου οικισμού τους, η μακροχρόνια κατανάλωση οστρακοειδών και η απόρριψη των μη βρώσιμων υπολειμμάτων τους οδήγησε μερικές φορές στην εμφάνιση εδαφών πυκνών σε κοχύλια, κατάλληλων για ανθρώπινη κατοίκηση. Σε αρκετές τοποθεσίες της πρώιμης περιόδου, σε αυτήν την περιοχή, οι πρώτοι οικισμοί βρίσκονταν σε πλατφόρμες με πασσάλους χτισμένες πάνω από ρηχές παράκτιες εκτάσεις ή υφάλους που καλύπτονταν από νερό στην παλίρροια. Καθώς ο σωρός απορριμμάτων συσσωρευόταν στον πυθμένα της θάλασσας και η στάθμη της θάλασσας έπεφτε, οι οικισμοί με πασσάλους αντικαταστάθηκαν από οικισμούς στην ξηρά, πιθανώς ως αποτέλεσμα της ανάδυσης γης επί τόπου».
Η σημασία της έρευνας για τον νότιο Ειρηνικό
Αν και η ομάδα προκρίνει την εκδοχή της ανθρώπινης προέλευσης λόγω και των θραυσμάτων κεραμικής που βρέθηκαν στο σημείο, τα στοιχεία δεν είναι ακόμα οριστικά. Για παράδειγμα, δεν έχουν εντοπιστεί εργαλεία, αν και είναι πιθανό οι τότε κάτοικοι να μη χρησιμοποιούσαν πέτρινα σύνεργα γι’ αυτή την εργασία.
Οι επιστήμονες δεν έχουν αποκλείσει εντελώς τη φυσική εναπόθεση και σχεδιάζουν να αναζητήσουν σημάδια τσουνάμι στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό περιλαμβάνει την έρευνα για παρόμοιες αποθέσεις σε κοντινά σημεία, αλλά και τη συλλογή πληροφοριών από τους ντόπιους για αρχαίους μύθους που αφορούν σε μεγάλα κύματα. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι μνήμες ακραίων φαινομένων μπορούν να μεταφερθούν μέσω της προφορικής παράδοσης για πάνω από 2.000 χρόνια.


