Το clawback δεν πλήττει μόνο φαρμακευτικές επιχειρήσεις, διαγνωστικά κέντρα και κλινικοεργαστηριακούς γιατρούς αλλά και προμηθευτές ιατρικών υλικών και μηχανημάτων. «Ως Πανελλήνιος Σύλλογος Προμηθευτών Ιατροτεχνολογικού και Υγειονομικού Υλικού (ΠΑΣΥΠΙΕ), βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να αναδεικνύουμε καθημερινά μια στρεβλή πραγματικότητα, όπου το κράτος αδυνατεί να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών του και μετακυλύει απροκάλυπτα το κόστος στις ιδιωτικές επιχειρήσεις» αναφέρει ο κ. Πασχάλης Ανάτσης, Γενικός Γραμματέας ΠΑΣΥΠΙΕ.
Όπως εξηγεί μάλιστα, η κατάσταση με τον ΕΟΠΥΥ έχει φτάσει στο απροχώρητο, «εγκλωβίζοντας τον κλάδο μας ανάμεσα σε καταστροφικές συμπληγάδες: τις εξοντωτικές καθυστερήσεις στον καθορισμό δίκαιων τιμών αποζημίωσης και τον παράλογο, τιμωρητικό μηχανισμό του clawback, που έχει μετατραπεί σε μόνιμο εργαλείο υφαρπαγής των εσόδων μας».
Το παράδοξο στερείται κάθε οικονομικής και νομικής λογικής:
- Το κράτος ορίζει έναν αυθαίρετο, κλειστό προϋπολογισμό που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές, αυξημένες ανάγκες των Ελλήνων ασθενών.
- Όταν η ανάγκη των πολιτών για υγειονομικό υλικό ξεπερνά αυτό το τεχνητό όριο, ο ΕΟΠΥΥ δεν καλύπτει τη διαφορά.
- Αντίθετα, υποχρεώνει τις εισαγωγικές και παραγωγικές εταιρείες να επιστρέψουν τα χρήματα, χρηματοδοτώντας οι ίδιες τη δημόσια περίθαλψη.
«Τιμωρούνται οι επιχειρήσεις»
«Είναι αδιανόητο να τιμωρούνται οι επιχειρήσεις επειδή προμηθεύουν το σύστημα με τα απαραίτητα υλικά για τη ζωή των ασθενών. Καλούμαστε να πληρώσουμε για την υποχρηματοδότηση ενός κοινωνικού κράτους που αδυνατεί να αναλάβει τις ευθύνες του. Η ωμή πραγματικότητα: Προϊόντα που διατίθενται χωρίς πληρωμή και ο αποκλεισμός από τη συνταγογράφηση. Η βασική αρχή κάθε υγιούς οικονομίας καταστρατηγείται: Όταν μια εταιρεία διαθέτει ένα προϊόν στην αγορά, είναι αδιανόητο να μην πληρώνεται για αυτό. Ο μηχανισμός του clawback μετατρέπει τη νόμιμη εμπορική δραστηριότητα σε αναγκαστική, άμισθη προσφορά. Οι εταιρείες καλούνται εκ των υστέρων να επιστρέψουν τεράστια ποσοστά των εσόδων τους για υλικά που έχουν ήδη καταναλωθεί από τους ασφαλισμένους.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο παράλογο αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εταιρείες-προμηθευτές δεν έχουν απολύτως καμία πρόσβαση, έλεγχο ή ανάμειξη στον μηχανισμό της συνταγογράφησης. Η ζήτηση και η κατανάλωση των υλικών καθορίζονται αποκλειστικά από τους γιατρούς και τα κανάλια ελέγχου του κράτους. Είναι παντελώς άδικο να επωμίζεται το οικονομικό βάρος της υπερσυνταγογράφησης ή της κακής διαχείρισης ο προμηθευτής, ο οποίος απλώς εκτελεί το καθήκον του να διατηρεί την αγορά εφοδιασμένη».
Η αντισυνταγματική επιβάρυνση των εισαγωγέων
Ο εισαγωγέας που δεν είναι πάροχος του ΕΟΠΥΥ και δεν εισπράττει ο ίδιος την τελική τιμή αποζημίωσης του Οργανισμού. Παρ’ όλα αυτά, το κράτος τον αναγκάζει να επωμιστεί το κόστος του clawback υπολογισμένο επί της τελικής τιμής αποζημίωσης!
«Αυτή η πρακτική οδηγεί σε μια βαθύτατα δυσανάλογη συμμετοχή στα βάρη, η οποία:
- Έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη Συνταγματική Αρχή της Ίσης Μεταχείρισης και της αναλογικότητας.
- Εξαντλεί οικονομικά τις εισαγωγικές επιχειρήσεις, αναγκάζοντάς τις να πληρώνουν φόρους και επιστροφές για χρήματα που δεν μπήκαν ποτέ στα ταμεία τους.
- Δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και οικονομικής ασφυξίας.
Καθυστερήσεις ΕΟΠΥΥ και απαξιωμένες τιμές αποζημίωσης
Το πρόβλημα διογκώνεται εξαιτίας της τεράστιας δυσκινησίας του ΕΟΠΥΥ στην επικαιροποίηση των τιμών αποζημίωσης. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το κόστος παραγωγής, οι πρώτες ύλες και τα μεταφορικά αυξάνονται ραγδαία, οι τιμές στις οποίες αποζημιώνει ο Οργανισμός παραμένουν καθηλωμένες σε παρωχημένα επίπεδα.
Η γραφειοκρατία και οι πολύμηνες καθυστερήσεις στις διαδικασίες τιμολόγησης νέων, καινοτόμων προϊόντων στερούν από τους ασθενείς σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές. Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες του κλάδου οδηγούνται σε οικονομική ασφυξία, καθώς αναγκάζονται να διαθέτουν υλικά υψηλής ποιότητας σε τιμές που συχνά δεν καλύπτουν ούτε το κόστος εισαγωγής τους.
Οι συνέπειες για τους ασθενείς και την αγορά
Αυτή η πολιτική δεν πλήττει μόνο τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων. Αποτελεί άμεση απειλή για την ίδια τη δημόσια υγεία:
- Κίνδυνος ελλείψεων: Εταιρείες οδηγούνται σε αδυναμία εισαγωγής κρίσιμων υλικών, καθώς η δραστηριότητά τους καθίσταται παθητική.
- Υποβάθμιση ποιότητας: Η αγορά εξαναγκάζεται σε φθηνότερες λύσεις, εις βάρος της ασφάλειας των ασθενών.
- Απώλεια θέσεων εργασίας: Ένας ζωτικός κλάδος της οικονομίας οδηγείται σε συρρίκνωση.
«Ως ΠΑΣΥΠΙΕ ξεκαθαρίζουμε ότι η στάση μας δεν είναι απλώς καταγγελτική. Είμαστε πλήρως διαθέσιμοι για γόνιμο διάλογο, κατάθεση ρεαλιστικών προτάσεων και εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.
Οι προτάσεις μας βασίζονται στον εξορθολογισμό των δαπανών χωρίς να θυσιαστεί το επίπεδο της περίθαλψης. Θέτουμε όμως μια ξεκάθαρη κόκκινη γραμμή: Καμία λύση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αν οδηγεί στην υποβάθμιση των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών υγείας. Ο Έλληνας ασθενής δικαιούται πρόσβαση σε ασφαλή και κορυφαίας ποιότητας ιατροτεχνολογικά υλικά.
Η προσαρμογή του κράτους στα σύγχρονα δεδομένα και τις τεχνολογικές εξελίξεις δεν είναι πλέον μια επιλογή, αλλά μια επιτακτική ανάγκη. Είναι υποχρέωση των αρμόδιων φορέων να εργαστούν άμεσα προς αυτή την κατεύθυνση, εκσυγχρονίζοντας τους μηχανισμούς τους και εγκαταλείποντας τις αναχρονιστικές πρακτικές του παρελθόντος.
Η θέση του Συλλόγου
Η ανοχή μας έχει εξαντληθεί. Δεν μπορεί το κράτος να εμφανίζει πλεονάσματα στην πλάτη των προμηθευτών υγείας.
Ζητούν άμεσα:
- Πραγματική ενίσχυση των προϋπολογισμών του ΕΟΠΥΥ με βάση τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.
- Άμεση κατάργηση του clawback και αντικατάστασή του από διαφανή εργαλεία ελέγχου της συνταγογράφησης στην πηγή της.
- Άμεση επικαιροποίηση των τιμών αποζημίωσης με δίκαια κριτήρια που να λαμβάνουν υπόψη τις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις.
- Θεσμικό διάλογο για την εφαρμογή διεθνών προτύπων ποιότητας χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια των πολιτών και χωρίς την αντισυνταγματική επιβάρυνση των εισαγωγέων.
Η υγεία των Ελλήνων πολιτών είναι συνταγματική υποχρέωση του κράτους, όχι υποχρεωτική «χορηγία» των εταιρειών του κλάδου μας.


